Die Hard
Υπάρχουν ταινίες που γίνονται επιτυχίες. Υπάρχουν ταινίες που αφήνουν εποχή. Και υπάρχουν ελάχιστες που αλλάζουν για πάντα τον τρόπο με τον οποίο γράφονται, σκηνοθετούνται και αξιολογούνται ολόκληρα κινηματογραφικά είδη. Το Die Hard ανήκει αναμφίβολα στην τελευταία κατηγορία. Δεν είναι απλώς μία από τις σημαντικότερες action ταινίες όλων των εποχών. Είναι το έργο που επαναπροσδιόρισε τι σημαίνει «ήρωας δράσης», δημιουργώντας ένα πρότυπο που εξακολουθεί να αντιγράφεται μέχρι σήμερα.
Το 1988, το κοινό είχε συνηθίσει να βλέπει ήρωες που έμοιαζαν σχεδόν άτρωτοι. Οι χαρακτήρες του Arnold Schwarzenegger και του Sylvester Stallone κυριαρχούσαν στο box office, μετατρέποντας κάθε σύγκρουση σε επίδειξη υπεράνθρωπης δύναμης. Ο John McClane, όμως, εμφανίστηκε για να ανατρέψει αυτό το στερεότυπο. Δεν ήταν στρατιώτης ειδικών δυνάμεων, ούτε κατάσκοπος με υπερσύγχρονα gadgets. Ήταν ένας απλός αστυνομικός από τη Νέα Υόρκη που βρέθηκε τη λάθος στιγμή στο λάθος μέρος.
Αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο που κάνει το Die Hard τόσο διαχρονικό. Ο θεατής δεν παρακολουθεί έναν υπερήρωα να εκτελεί αδύνατα κατορθώματα. Παρακολουθεί έναν άνθρωπο που τραυματίζεται, κουράζεται, φοβάται, αιμορραγεί και συνεχίζει μόνο επειδή δεν έχει άλλη επιλογή. Κάθε φορά που ο McClane σηκώνεται μετά από μία ακόμη πτώση, ο θεατής νιώθει πως θα μπορούσε να βρίσκεται ο ίδιος στη θέση του. Η ταινία χτίζει την ένταση όχι μέσα από την αίσθηση ότι ο πρωταγωνιστής θα νικήσει εύκολα, αλλά μέσα από τη συνεχή αμφιβολία για το αν θα καταφέρει καν να επιβιώσει.
Το μεγαλύτερο επίτευγμα του John McTiernan βρίσκεται ακριβώς εδώ. Παίρνει μια σχετικά απλή ιστορία και τη μετατρέπει σε ένα αριστοτεχνικά δομημένο παιχνίδι επιβίωσης. Ολόκληρη σχεδόν η δράση εκτυλίσσεται μέσα σε έναν ουρανοξύστη, όμως ποτέ δεν δημιουργείται η αίσθηση επανάληψης ή περιορισμού. Αντίθετα, κάθε όροφος, κάθε γραφείο, κάθε φρεάτιο ανελκυστήρα και κάθε σκάλα αποκτούν τη δική τους ταυτότητα, μετατρέποντας το Nakatomi Plaza σε έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους «χαρακτήρες» στην ιστορία του κινηματογράφου.
Η σκηνοθεσία εντυπωσιάζει ακόμη περισσότερο αν αναλογιστεί κανείς την εποχή στην οποία δημιουργήθηκε η ταινία. Δεν υπήρχαν ψηφιακά εφέ για να καλύψουν αδυναμίες ούτε CGI που θα διόρθωνε κάθε επικίνδυνη σκηνή. Οι περισσότερες εκρήξεις, τα σπασμένα τζάμια, οι καταρρεύσεις και τα ακροβατικά πραγματοποιήθηκαν πρακτικά, δίνοντας μια αίσθηση βάρους και ρεαλισμού που δύσκολα συναντά κανείς ακόμη και σήμερα. Κάθε πυροβολισμός έχει δύναμη, κάθε έκρηξη προκαλεί πραγματική καταστροφή και κάθε τραυματισμός αφήνει το αποτύπωμά του πάνω στον McClane.
Ο Bruce Willis προσφέρει μία από τις πιο εμβληματικές ερμηνείες στην ιστορία του είδους. Σήμερα είναι αδύνατο να φανταστεί κανείς άλλον στον ρόλο, όμως τότε αποτελούσε μια εξαιρετικά τολμηρή επιλογή. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν γνωστός κυρίως για την τηλεοπτική σειρά Moonlighting, γεγονός που έκανε αρκετούς να αμφισβητήσουν αν μπορούσε να σηκώσει μια τόσο μεγάλη παραγωγή. Η απάντηση δόθηκε στην οθόνη. Ο Willis δεν προσπάθησε ποτέ να παίξει τον ατρόμητο ήρωα. Έπαιξε έναν κουρασμένο άνθρωπο που χρησιμοποιεί το χιούμορ ως μηχανισμό άμυνας απέναντι στον φόβο. Και αυτή η επιλογή αποδείχθηκε ιδιοφυής.
Το Die Hard (στα ελληνικά Πολύ Σκληρός για να Πεθάνει) είναι μία από τις ταινίες που με συνόδευσαν μεγαλώνοντας. Όταν κυκλοφόρησε στους κινηματογράφους ήμουν μόλις οκτώ ετών, οπότε προφανώς δεν είχα την ευκαιρία να τη δω στη μεγάλη οθόνη. Ήταν όμως η εποχή της βιντεοκασέτας και των βιντεοκλάμπ. Όταν έφτασε επιτέλους στα ράφια σε VHS, εννοείται πως την νοίκιασα – και όχι μόνο μία φορά. Ήταν από εκείνες τις ταινίες που μόλις τελείωναν, ήθελες να τις ξαναδείς από την αρχή.
Ο Bruce Willis ήταν απλά απολαυστικός. Δεν υποδυόταν έναν υπεράνθρωπο που τίποτα δεν μπορούσε να αγγίξει. Έτρεχε, λαχάνιαζε, μάτωνε και κάθε του τραυματισμός έκανε τον θεατή να μορφάζει από τον πόνο. Η σκηνή όπου περπατά ξυπόλητος πάνω στα σπασμένα γυαλιά παραμένει μέχρι σήμερα μία από τις πιο χαρακτηριστικές της ταινίας. Ακόμη κι αν την έχεις δει δεκάδες φορές, δεν γίνεται να μη σκεφτείς αυθόρμητα ένα «άουτς!». Αυτή είναι και η μαγεία του McClane. Ήταν ένας κανονικός άνθρωπος που πάλευε απέναντι σε καταστάσεις πολύ μεγαλύτερες από τον ίδιο και γι' αυτό ήταν τόσο εύκολο να ταυτιστείς μαζί του.
Ψάχνοντας περισσότερο για την παραγωγή του Die Hard, ανακάλυψα αρκετές λεπτομέρειες που δεν γνώριζα και ομολογώ ότι με εξέπληξαν. Κάποιες εξηγούν γιατί η ταινία κατέληξε να γίνει αυτό που είναι σήμερα, ενώ άλλες δείχνουν πόσο διαφορετική θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί.
Το Die Hard βασίζεται στο μυθιστόρημα Nothing Lasts Forever (1979) του Roderick Thorp, το οποίο αποτελούσε συνέχεια του βιβλίου The Detective. Για νομικούς λόγους, το στούντιο ήταν υποχρεωμένο να προσφέρει πρώτα τον πρωταγωνιστικό ρόλο στον Frank Sinatra, ο οποίος είχε υποδυθεί τον χαρακτήρα στην κινηματογραφική μεταφορά του The Detective το 1968. Ο Sinatra, σε ηλικία 73 ετών, αρνήθηκε.
Πριν επιλεγεί ο Bruce Willis, ο ρόλος του John McClane προτάθηκε σε αρκετούς μεγάλους αστέρες της εποχής, μεταξύ των οποίων οι Arnold Schwarzenegger, Sylvester Stallone, Burt Reynolds, Richard Gere, Don Johnson, Harrison Ford, Clint Eastwood, Mel Gibson και Al Pacino.
Ο Bruce Willis αμείφθηκε με περίπου 5 εκατομμύρια δολάρια, ποσό που θεωρήθηκε εξαιρετικά υψηλό για έναν ηθοποιό γνωστό κυρίως από την τηλεόραση. Η επιτυχία της ταινίας δικαίωσε απόλυτα την επιλογή της 20th Century Fox.
Το Nakatomi Plaza είναι πραγματικό κτίριο. Πρόκειται για το Fox Plaza στο Century City του Λος Άντζελες, το οποίο τότε μόλις είχε ολοκληρωθεί και ανήκε στη 20th Century Fox.
Ο ΤΡΟΜΕΡΟΣ Alan Rickman έκανε το κινηματογραφικό του ντεμπούτο ως Hans Gruber. Για μένα παραμένει ένας από τους κορυφαίους villains που έχουν εμφανιστεί ποτέ στη μεγάλη οθόνη και η πρώτη του εμφάνιση στον κινηματογράφο ήταν αρκετή για να τον περάσει στην ιστορία.
Στην τελική σκηνή της πτώσης του Hans Gruber, οι υπεύθυνοι ειδικών εφέ άφησαν εσκεμμένα τον Alan Rickman να πέσει νωρίτερα από το συμφωνημένο μέτρημα, ώστε η έκφραση τρόμου στο πρόσωπό του να είναι απολύτως αυθεντική.
Η χαρακτηριστική λευκή φανέλα του John McClane αλλάζει σταδιακά χρώμα κατά τη διάρκεια της ταινίας, γεμίζοντας αίματα, ιδρώτα και σκόνη. Ήταν μια συνειδητή επιλογή για να αποτυπωθεί ο σωματικός και ψυχολογικός αντίκτυπος της νύχτας.
Η διάσημη ατάκα «Yippee-ki-yay, motherf*er!»** έγινε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες στην ιστορία του κινηματογράφου και καθιερώθηκε ως το σήμα κατατεθέν του John McClane.
Η ερμηνεία του Bruce Willis απογείωσε την ταινία, ενώ ο Alan Rickman δημιούργησε έναν από τους πιο αξέχαστους κινηματογραφικούς ανταγωνιστές όλων των εποχών. Η σκηνοθεσία του John McTiernan εξακολουθεί να διδάσκεται ως παράδειγμα υποδειγματικής κινηματογραφικής αφήγησης στον χώρο των action films, ενώ οι περισσότεροι κριτικοί συμφωνούν πως το Die Hard πέτυχε κάτι εξαιρετικά δύσκολο: δημιούργησε ασταμάτητη ένταση χωρίς να χάνει ποτέ τη συνοχή του.
Το Die Hard δεν έγινε θρύλος επειδή είχε τις μεγαλύτερες εκρήξεις ή τις περισσότερες σφαίρες. Έγινε θρύλος επειδή κατάφερε να δώσει ανθρώπινο πρόσωπο στο action cinema. Δημιούργησε έναν ήρωα που πονούσε, έναν κακό που κέρδιζε τον σεβασμό του θεατή και μια ιστορία που κρατούσε την ένταση αμείωτη από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό.
Για μένα, κάθε νέα προβολή είναι μια υπενθύμιση του γιατί θεωρείται πλέον κλασικό. Δεν βασίζεται στα εφέ ούτε στην υπερβολή. Βασίζεται σε εξαιρετικό σενάριο, υποδειγματική σκηνοθεσία, αξέχαστους χαρακτήρες και έναν πρωταγωνιστή που απέδειξε ότι ο μεγαλύτερος ήρωας δεν είναι αυτός που δεν πληγώνεται ποτέ, αλλά εκείνος που συνεχίζει να σηκώνεται κάθε φορά που πέφτει. Και ίσως αυτός είναι ο σημαντικότερος λόγος που, σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά, το Die Hard εξακολουθεί να θεωρείται το χρυσό πρότυπο των action ταινιών.




