Gilius, o νάνος με το τεράστιο τσεκούρι!
Το Golden Axe το γνώρισα όπως μάλλον το γνώρισε η περισσότερη γενιά μου. Στα ηλεκτρονικάδικα. Μπροστά από μια καμπίνα, με τον ήχο να ξεχωρίζει μέσα στον γενικό χαμό της αίθουσας και με την επιλογή χαρακτήρα να είναι σχεδόν τόσο σημαντική όσο και το ίδιο το παιχνίδι. Ax Battler, Tyris Flare ή Gilius Thunderhead;Για μένα η επιλογή ήταν εύκολη. Gilius.Ο νάνος με το τεράστιο τσεκούρι ήταν μεγάλη αγάπη. Δεν ξέρω αν ήταν επειδή ξεχώριζε αμέσως από τους άλλους δύο ή επειδή μου άρεσε η αίσθηση δύναμης που είχε κάθε χτύπημά του, αλλά κάθε φορά που έμπαινε το παιχνίδι στην οθόνη, εκεί κατέληγα. Ο Ax Battler μπορούσε να είναι ο κλασικός βάρβαρος και η Tyris Flare είχε εντυπωσιακή μαγεία, όμως εγώ ήθελα τον μικρό τύπο με το τσεκούρι.Και μετά συνέβη κάτι που, ειδικά για την εποχή, ήταν πραγματικά μεγάλη υπόθεση.Το Golden Axe κυκλοφόρησε και για PC.
Το Golden Axe το γνώρισα όπως μάλλον το γνώρισε η περισσότερη γενιά μου. Στα ηλεκτρονικάδικα. Μπροστά από μια καμπίνα, με τον ήχο να ξεχωρίζει μέσα στον γενικό χαμό της αίθουσας και με την επιλογή χαρακτήρα να είναι σχεδόν τόσο σημαντική όσο και το ίδιο το παιχνίδι. Ax Battler, Tyris Flare ή Gilius Thunderhead;
Για μένα η επιλογή ήταν εύκολη. Gilius.
Ο νάνος με το τεράστιο τσεκούρι ήταν μεγάλη αγάπη. Δεν ξέρω αν ήταν επειδή ξεχώριζε αμέσως από τους άλλους δύο ή επειδή μου άρεσε η αίσθηση δύναμης που είχε κάθε χτύπημά του, αλλά κάθε φορά που έμπαινε το παιχνίδι στην οθόνη, εκεί κατέληγα. Ο Ax Battler μπορούσε να είναι ο κλασικός βάρβαρος και η Tyris Flare είχε εντυπωσιακή μαγεία, όμως εγώ ήθελα τον μικρό τύπο με το τσεκούρι.
Και μετά συνέβη κάτι που, ειδικά για την εποχή, ήταν πραγματικά μεγάλη υπόθεση.
Το Golden Axe κυκλοφόρησε και για PC.
Όχι απλώς για κάποιο πιο σύγχρονο PC που μπορούσε να σηκώσει τα πάντα. Για 8086/8088 με 512KB RAM. Και στο σπίτι είχα ακριβώς αυτό. Με EGA.
Οπότε μπορείτε να φανταστείτε την έκπληξή μου όταν κατάλαβα ότι μπορούσα να παίξω στο δικό μου μηχάνημα ένα παιχνίδι που μέχρι τότε συνέδεα αποκλειστικά με τα ηλεκτρονικάδικα. Και το ακόμα καλύτερο είναι ότι αυτή η ανάμνηση στέκει μέχρι σήμερα. Η DOS έκδοση του Golden Axe είχε ως ελάχιστη απαίτηση Intel 8086/8088 και 512KB RAM και υποστήριζε, μεταξύ άλλων, EGA, VGA, CGA, MCGA, Hercules και Tandy.
Η έκδοση για τα 5,25" floppy drives ήταν μάλιστα σε δύο δισκέτες των 360KB, ενώ υπήρχε και έκδοση 3,5" σε μία δισκέτα των 720KB. Δύο δισκέτες για να μεταφέρεις στο σπίτι σου τον κόσμο της Yuria. Σήμερα ακούγεται σχεδόν αστείο. Τότε ήταν απολύτως φυσιολογικό.
Και κάπως έτσι ο Gilius Thunderhead πέρασε από την arcade καμπίνα στην EGA οθόνη μου.
Το Golden Axe είχε εμφανιστεί αρχικά στα arcades το 1989, με δημιουργό και επικεφαλής σχεδιαστή τον Makoto Uchida, μέλος της SEGA AM1 και άνθρωπο που είχε προηγουμένως εργαστεί στο Altered Beast. Η ομάδα ανάπτυξης που βρισκόταν πίσω από το παιχνίδι έγινε γνωστή ως Team Shinobi και ο Uchida είχε μια αρκετά ξεκάθαρη άποψη για το τι έπρεπε να είναι το παιχνίδι: ένα fantasy beat 'em up που θα έδινε στον παίκτη την αίσθηση μιας μεγάλης περιπέτειας χωρίς να χρειάζεται να του εξηγήσει τα πάντα.
Και πραγματικά, δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη εξήγηση.
Ο Death Adder έχει καταλάβει τη Yuria, έχει αιχμαλωτίσει τον βασιλιά και την πριγκίπισσα και οι τρεις ήρωες ξεκινούν για να τον σταματήσουν. Ο Ax Battler, η Tyris Flare και ο Gilius Thunderhead έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά και διαφορετική σχέση με τη μαγεία, όμως ο στόχος είναι ένας: προχώρα, πολέμησε, πάρε πίσω τη χώρα και φτάσε στον Death Adder.
Αυτό ήταν το Golden Axe.
Και ακριβώς επειδή ήταν τόσο ξεκάθαρο, λειτουργούσε τόσο καλά.
Δεν υπήρχε ανάγκη για δεκάδες σελίδες lore ή για cutscenes που θα σου εξηγούσαν τι συμβαίνει. Η ίδια η οθόνη σου έλεγε την ιστορία. Ένας βάρβαρος με σπαθί, ένας νάνος με τσεκούρι, μια πολεμίστρια με μαγεία, στρατιώτες, σκελετοί, γίγαντες και πλάσματα που μπορούσες να καβαλήσεις. Μέχρι να φτάσεις στο τέλος, είχες ήδη καταλάβει τι κόσμο προσπαθούσες να σώσεις.
Η fantasy αισθητική δεν ήρθε τυχαία. Ο Uchida είχε επηρεαστεί από τις ταινίες δράσης και fantasy της εποχής και ιδιαίτερα από το Conan the Barbarian. Η SEGA πήρε αυτή την αισθητική και την έβαλε μέσα σε ένα arcade beat 'em up, δίνοντάς της πολύ πιο έντονο χαρακτήρα από αυτόν που είχαν αρκετά παιχνίδια του είδους εκείνη την περίοδο.
Ένα από τα στοιχεία που έκαναν το Golden Axe να ξεχωρίζει ήταν και τα beasts. Οι αντίπαλοι μπορούσαν να χρησιμοποιούν διάφορα πλάσματα και, αν κατάφερνες να τους ρίξεις κάτω, μπορούσες να τα καβαλήσεις εσύ. Δεν ήταν απλώς μια εντυπωσιακή λεπτομέρεια. Τα πλάσματα είχαν διαφορετικές επιθέσεις και μπορούσαν να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζες μια ομάδα εχθρών.
Η μαγεία ήταν φυσικά το άλλο μεγάλο κομμάτι της εμπειρίας. Τα μικρά μπλε πλάσματα που κουβαλούσαν τα magic pots ήταν σχεδόν μικρές κινητές ανταμοιβές. Τα χτυπούσες, μάζευες μαγεία και περίμενες την κατάλληλη στιγμή για να εξαπολύσεις το ξόρκι. Η Tyris μπορούσε να δημιουργήσει τα πιο καταστροφικά effects, ενώ ο Gilius και ο Ax Battler είχαν διαφορετικά επίπεδα και μορφές μαγείας.
Και κάπου εδώ καταλαβαίνεις γιατί ένα παιχνίδι του 1989 μπορούσε να κάνει τέτοια εντύπωση.
Η SEGA δεν χρειαζόταν να γεμίσει την οθόνη με εκατοντάδες αντικείμενα. Χρειαζόταν ένα μεγάλο boss, ένα καλό magic effect και έναν δράκο που μπορούσες να καβαλήσεις. Η κλίμακα δημιουργούνταν μέσα από τις αντιθέσεις. Οι μικροί ήρωες απέναντι σε τεράστια πλάσματα, τα απλά χτυπήματα απέναντι σε μια οθόνη που μπορούσε ξαφνικά να γεμίσει φωτιά και μαγεία.
Ο ίδιος ο Uchida είχε δώσει μεγάλη σημασία στο playtesting. Η ομάδα έβαζε ανθρώπους της SEGA να δοκιμάζουν τις πρώιμες εκδόσεις και παρατηρούσε πού κόλλαγαν, πού δυσκολεύονταν και τι τους έκανε να συνεχίζουν να παίζουν. Ήταν μια προσέγγιση που ταίριαζε απόλυτα στη λογική του arcade: το παιχνίδι έπρεπε να σε κάνει να θέλεις να βάλεις άλλο ένα κέρμα.
Και το Golden Axe το κατάφερε.
Η υποδοχή του 1989 ήταν ιδιαίτερα θετική και η εμπορική του πορεία στα arcades ήταν ισχυρή. Το παιχνίδι έγινε σημαντική επιτυχία για τη SEGA και στη συνέχεια μεταφέρθηκε σε πολλές πλατφόρμες, με την έκδοση του Mega Drive να παίζει σημαντικό ρόλο στη διάδοσή του εκτός arcade.
Υπάρχει μάλιστα μια ωραία ιστορία πίσω από το όνομα. Κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης το παιχνίδι είχε ονομαστεί Battle Axe και αργότερα Broad Axe. Το Golden Axe προέκυψε αργότερα, με την πρόταση να έρχεται από τη SEGA USA. Η αλλαγή δεν περιορίστηκε στο όνομα. Το ίδιο το τσεκούρι του Death Adder προσαρμόστηκε ώστε να γίνει το Golden Axe που έδωσε τελικά και τον τίτλο στο παιχνίδι.
Και όταν ένα παιχνίδι γίνεται επιτυχία, η συνέχεια είναι περίπου αναπόφευκτη.
Το Golden Axe II κυκλοφόρησε το 1991 για το Mega Drive, κρατώντας τους τρεις αρχικούς ήρωες και τη βασική φόρμουλα. Ήταν μια φυσική συνέχεια του πρώτου παιχνιδιού, χωρίς όμως να αλλάξει δραματικά τη συνταγή.
Ένα χρόνο αργότερα ήρθε το Golden Axe: The Revenge of Death Adder στα arcades. Και εδώ η SEGA έκανε κάτι πολύ πιο φιλόδοξο. Το παιχνίδι χρησιμοποίησε το System 32, είχε νέους χαρακτήρες και έφτασε μέχρι και σε τέσσερις παίκτες ταυτόχρονα. Ο Gilius επέστρεψε, αυτή τη φορά πάνω στην πλάτη του Goah, και η σειρά έδειχνε πλέον τι μπορούσε να κάνει με πολύ ισχυρότερο hardware.
Το Golden Axe III ακολούθησε το 1993 στο Mega Drive, αρχικά στην Ιαπωνία, με νέους χαρακτήρες και περισσότερες κινήσεις. Και αρκετά χρόνια αργότερα, το 2008, η SEGA δοκίμασε κάτι εντελώς διαφορετικό με το Golden Axe: Beast Rider, μεταφέροντας τη σειρά στο 3D και έχοντας την Tyris Flare ως κεντρική ηρωίδα.
Κοιτάζοντας σήμερα όλη αυτή την πορεία, αυτό που μου κάνει μεγαλύτερη εντύπωση είναι πόσο καθαρή ήταν η ιδέα του πρώτου παιχνιδιού. Δεν χρειάστηκε να γίνει RPG, δεν χρειάστηκε να αποκτήσει έναν τεράστιο ανοιχτό κόσμο και δεν χρειάστηκε να φορτωθεί με δεκάδες μηχανισμούς. Ήταν ένα arcade fantasy παιχνίδι που ήξερε ακριβώς τι ήθελε να σου προσφέρει.
Και για μένα υπάρχει πάντα εκείνη η μικρή προσωπική λεπτομέρεια που το κάνει να ξεχωρίζει ακόμη περισσότερο.
Η εικόνα του Gilius στο ηλεκτρονικάδικο και, λίγο καιρό αργότερα, η ίδια φιγούρα στην EGA οθόνη του 8088 μου. Ένα παιχνίδι που μέχρι τότε σήμαινε κέρματα, θόρυβο arcade και λίγα λεπτά παιχνιδιού, βρισκόταν πλέον στο σπίτι μου, σε έναν υπολογιστή με 512KB RAM και δύο 5,25" δισκέτες.
Και για να είμαστε ειλικρινείς, η EGA έκδοση δεν μπορούσε να συγκριθεί οπτικά με την arcade καμπίνα. Δεν είχε σημασία.
Γιατί εκείνη τη στιγμή δεν έβλεπα μια υποδεέστερη μεταφορά. Έβλεπα το Golden Axe να υπάρχει στον δικό μου υπολογιστή.
Και ο Gilius ήταν εκεί.
Με το τσεκούρι του.
Όπως τον θυμάμαι. Και φίλε; Πέρασα ΑΠΙΣΤΕΥΤΕΣ ΩΡΕΣ ΜΑΖΙ ΤΟΥ!
Η εικόνα του Gilius στο ηλεκτρονικάδικο και, λίγο καιρό αργότερα, η ίδια φιγούρα στην EGA οθόνη του 8088 μου. Ένα παιχνίδι που μέχρι τότε σήμαινε κέρματα, θόρυβο arcade και λίγα λεπτά παιχνιδιού, βρισκόταν πλέον στο σπίτι μου, σε έναν υπολογιστή με 512KB RAM και δύο 5,25" δισκέτες.
Και για να είμαστε ειλικρινείς, η EGA έκδοση δεν μπορούσε να συγκριθεί οπτικά με την arcade καμπίνα. Δεν είχε σημασία.
Γιατί εκείνη τη στιγμή δεν έβλεπα μια υποδεέστερη μεταφορά. Έβλεπα το Golden Axe να υπάρχει στον δικό μου υπολογιστή.
Και ο Gilius ήταν εκεί.
Με το τσεκούρι του.
Όπως τον θυμάμαι. Και φίλε; Πέρασα ΑΠΙΣΤΕΥΤΕΣ ΩΡΕΣ ΜΑΖΙ ΤΟΥ!




