03
ΣΕΠ
2026

Heat — Η πρώτη μου φορά στον κινηματογράφο

Θυμάμαι ακόμα τη ληστεία και την ανταλλαγή πυροβολισμών στους δρόμους του Λος Άντζελες. Ο ήχος μέσα στην αίθουσα ήταν τόσο καθηλωτικός που ένιωθες πως οι σφαίρες περνούσαν δίπλα σου.Κάπου εκεί ο Νίκος δεν άντεξε άλλο. Πετάχτηκε όρθιος και φώναξε:«ΤΙ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΡΕ Μ@Λ@ΚΕΣ;»Η απάντηση από τις πίσω σειρές ήρθε αμέσως:«Καθίστε κάτω, ρε όργια!»Και κάπως έτσι... επανήλθε η τάξη.

Η αρχή του παρακάτω πριν φτάσω στην ανάλυση της ταινίας, είναι από το άρθρο μου στο About Lancelot, για την πρώτη μου ταινία στο σινεμά

Ήμουν 16 χρονών. Εκείνη την εποχή υπήρχε ακόμη στην Ελλάδα ηλικιακός περιορισμός για αρκετές ταινίες δράσης. Δεν ξέρω αν συνέβαινε το ίδιο και στη χώρα σου (τα άρθρα μου πάντα μεταφράζονται και στα αγγλικά), αλλά τότε, αν μια ταινία είχε πολύ πιστολίδι, αίμα και βία, δεν μπορούσες εύκολα να μπεις στο σινεμά αν ήσουν ανήλικος και ασυνόδευτος.

Και ξέρεις κάτι; Στα 16 σου δεν πας σινεμά με τους γονείς σου. Πας με την παρέα. Παρασκευή βράδυ, γιατί το Σάββατο το κρατούσες για άλλες εξόδους. Περπάτημα μέχρι τη στάση, λεωφορείο για τη Γλυφάδα — με εισιτήριο ή... χωρίς, ας μην το αναλύσουμε καλύτερα! — και μετά άλλο λίγο περπάτημα μέχρι τον κινηματογράφο. Τα γράφω όλα αυτά γιατί σήμερα σχεδόν όλοι μετακινούμαστε παντού με το αυτοκίνητο. Τότε όμως η ίδια η διαδρομή ήταν κομμάτι της βραδιάς.

Συνήθως μετά ακολουθούσε μπόουλινγκ στα θρυλικά Blanos, για όσους μεγάλωσαν στην Αθήνα, ή κανένα μπιλιάρδο, αν και ποτέ δεν ήμουν ιδιαίτερα φανατικός. Η έξοδος δεν τελείωνε όταν έπεφταν οι τίτλοι τέλους. Τότε ξεκινούσαν οι ατελείωτες συζητήσεις για την ταινία.

Πρώτα όμως έπρεπε να περάσουμε την... είσοδο. Και εκεί ξεκινούσε η διαπραγμάτευση.

Δεν υπήρχε κανένας γιγαντόσωμος πορτιέρης σαν αυτούς που βλέπαμε στα clubs λίγα χρόνια αργότερα. Συνήθως ήταν κάποιος μεγαλύτερος άνθρωπος του κινηματογράφου, ίσως ο ιδιοκτήτης, γύρω στα εξήντα πέντε ή εβδομήντα, που προσπαθούσε να αποφασίσει αν αξίζει να ρισκάρει. Αν μας άφηνε να μπούμε, θα είχε μπλεξίματα με την αστυνομία ή, ακόμη χειρότερα, με κάποια μάνα που θα ερχόταν την επόμενη μέρα να του ζητήσει τα ρέστα, αφού πρώτα είχε κάνει το αυτί του παιδιού της... σαν του Τιραμόλα.

Κι εμείς φυσικά είχαμε τη δική μας τακτική. Το γνωστό ύφος του δεκαεξάχρονου που προσπαθεί να πείσει όλο τον κόσμο ότι είναι ήδη δεκαοκτώ.

«Τι κοιτάς; Δεκαοκτώ είμαι!»

Δεν θυμάμαι αν εκείνη τη μέρα μας σταμάτησε και χρειάστηκε κουβέντα ή αν περάσαμε με το γνωστό μπλαζέ ύφος της ηλικίας. Αυτό που θυμάμαι είναι πως... μπήκαμε. Όλοι.

Και μετά ήρθε η μαγεία.

Τα φώτα έσβησαν, η αίθουσα βυθίστηκε στο σκοτάδι και η μυρωδιά από τα ποπ κορν γέμισε τον χώρο. Ίσως γι' αυτό υπάρχουν μέχρι σήμερα στο λογότυπο του playview.eu. Για μένα τα ποπ κορν και ο κινηματογράφος ήταν πάντα δύο πράγματα αχώριστα.

Το σινεμά, όμως, δεν ήταν μόνο οι ταινίες. Ήταν οι φίλοι, τα γέλια, οι βόλτες και, ας είμαστε ειλικρινείς, κάποιες φορές το γεγονός ότι το σκοτάδι βοηθούσε αρκετά όταν ο πρώτος έρωτας είχε ήδη αρχίσει να χτυπάει την πόρτα. Βέβαια, αυτά είναι ιστορίες για άλλο κεφάλαιο.

Επιστροφή στο Heat.

Και με τι ταινία ξεκίνησα...

Μία από τις καλύτερες ταινίες δράσης που έχω δει μέχρι σήμερα. Robert de Niro και Al Pacino στα καλύτερά τους, σε μια ιστορική συνάντηση που έγραψε κινηματογραφική ιστορία. Θυμάμαι ακόμα τη ληστεία και την ανταλλαγή πυροβολισμών στους δρόμους του Λος Άντζελες. Ο ήχος μέσα στην αίθουσα ήταν τόσο καθηλωτικός που ένιωθες πως οι σφαίρες περνούσαν δίπλα σου.

Κάπου εκεί ο Νίκος δεν άντεξε άλλο. Πετάχτηκε όρθιος και φώναξε:

«ΤΙ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΡΕ Μ@Λ@ΚΕΣ;»

Η απάντηση από τις πίσω σειρές ήρθε αμέσως:

«Καθίστε κάτω, ρε όργια!»

Και κάπως έτσι... επανήλθε η τάξη.

Πάμε στην ίδια την ταινία όμως!

Ο πραγματικός Neil McCauley, που στην ταινία υποδύεται ο Robert de Niro, ήταν επαγγελματίας εγκληματίας και πρώην κρατούμενος του Alcatraz, τον οποίο παρακολουθούσε ο αστυνομικός του Chicago Chuck Adamson. Ο Michael Mann δεν δημιούργησε τον Neil McCauley από το μηδέν. Η ιστορία έχει πραγματική βάση και, μάλιστα, ο Adamson αποτέλεσε σε μεγάλο βαθμό τη βάση για τον Vincent Hanna του Al Pacino. Το ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι ότι οι δύο πραγματικοί άνθρωποι είχαν συναντηθεί για καφέ (!!!), όπως ακριβώς οι Hanna και McCauley στην ταινία. Η πραγματική σχέση τους αποτέλεσε ουσιαστικά τον πυρήνα της ιδέας του Mann.

Ο Mann δούλευε την ιστορία για χρόνια. Η Ακαδημία, τα Όσκαρς ντε, αναφέρει ότι τα πρώτα σχέδια του σεναρίου χρονολογούνται από το 1984. Πριν γίνει το Heat, η ιστορία είχε περάσει από διαφορετικές μορφές και τελικά μετατράπηκε στην τηλεοπτική ταινία L.A. Takedown του 1989. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Mann θεωρούσε πως η τηλεοπτική εκδοχή δεν είχε καταφέρει να ολοκληρώσει αυτό που πραγματικά ήθελε να πει και επέστρεψε στην ιστορία για να τη μετατρέψει στο Heat. Η κινηματογραφική εκδοχή λοιπόν δεν ήταν μια ιδέα που γεννήθηκε ξαφνικά το 1995. Ήταν μια ιστορία που ο Mann κουβαλούσε μαζί του για περισσότερο από μία δεκαετία.

Pacino vs De Niro

Τους θυμάσαι στο Νονό; Όντως; Μάλλον χωριστά βέβαια, αφού μάντεψε... δεν είχαν καμία κοινή σκηνή!

Το Heat ήταν η πρώτη φορά που οι δύο ηθοποιοί βρέθηκαν πραγματικά απέναντι ο ένας στον άλλον, στην ίδια ταινία και στην ίδια σκηνή. Και ο Mann το εκμεταλλεύτηκε έξυπνα, αφού δεν τους έβαλε αμέσως μαζί. Χτίζει την προσμονή για μεγάλο μέρος της ταινίας, μέχρι να έρθει τελικά εκείνη η περίφημη σκηνή του καφέ.

Υπάρχει μάλιστα η πληροφορία ότι ο De Niro πρότεινε να μην κάνουν πρόβα πριν από τη συγκεκριμένη σκηνή, ώστε η πρώτη επαφή των δύο χαρακτήρων να έχει όσο γίνεται πιο φυσική και αυθεντική αίσθηση, κάτι με το οποίο συμφώνησε και ο Mann. Και ίσως αυτή η επιλογή να βοήθησε τελικά ώστε η σκηνή να μη μοιάζει απλώς με ένα κινηματογραφικό «event» που περίμεναν όλοι να δουν, αλλά με μια πραγματική συνάντηση δύο ανθρώπων που αναγνωρίζουν αμέσως ο ένας στον άλλον κάτι γνώριμο.

Γιατί Hanna και McCauley δεν είναι απλώς αντίπαλοι. Είναι δύο άνθρωποι που έχουν γίνει αυτό που είναι επειδή έχουν αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή τους στη δουλειά τους. Ο Neil και ο Hanna είναι αντίθετοι ηθικά, αλλά σχεδόν ίδιοι ψυχολογικά.

Θυμήσου τον Neil McCauley: απόλυτη πειθαρχία, επαγγελματισμός, έλεγχος, αποφυγή συναισθηματικών δεσμών και, πάνω απ' όλα, η δουλειά. Ο άνθρωπος έχει φτιάξει ολόκληρη τη ζωή του γύρω από έναν κώδικα που του λέει να μην αφήνει τίποτα να τον κρατήσει πίσω.

Και απέναντί του βρίσκεται ο μεγάλος Al Pacino ως Vincent Hanna, με την εμμονή, την ένταση, την αδυναμία να αποσυνδεθεί από τη δουλειά και την προσωπική του ζωή να διαλύεται σταδιακά εξαιτίας αυτής της εμμονής, αλλά και με την ανάγκη να κυνηγήσει έναν αντίπαλο που καταλαβαίνει ότι βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με εκείνον.

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη ειρωνεία της ιστορίας: ο McCauley και ο Hanna χρειάζονται ο ένας τον άλλον για να επιβεβαιώσουν ποιοι είναι. Ο ένας δεν μπορεί να σταματήσει να κλέβει και ο άλλος δεν μπορεί να σταματήσει να κυνηγά.

Και μετά έρχεται ο ήχος...

Ο Mann δεν πρόσθεσε απλώς πυροβολισμούς αργότερα στο στούντιο και είπε «εντάξει, παιδιά, βάλτε λίγο περισσότερο μπαμ εδώ». Για την περίφημη ανταλλαγή πυροβολισμών χρησιμοποίησε μικρόφωνα στην περιοχή ώστε να καταγραφούν οι πραγματικές αντηχήσεις των πυροβολισμών στους δρόμους του Downtown Los Angeles.

Αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους που η σκηνή έχει αυτή την παράξενη, τεράστια ακουστική αίσθηση. Θυμάσαι που έλεγα παραπάνω πως οι σφαίρες ήταν σαν να περνάνε δίπλα σου; Και δεν είχαμε IMAX τότε, ούτε Atmos! Ήταν μέρος της πρόθεσης του Mann να αισθάνεται ο θεατής τον ήχο με αυτόν τον τρόπο, και για μένα αυτό είναι ένα από τα εκπληκτικότερα στοιχεία της ταινίας. Στα 16 μου φυσικά δεν είχα ιδέα από όλα αυτά. Ήξερα μόνο ότι όταν άρχισαν να πυροβολούν, η αίθουσα έμοιαζε να μικραίνει και οι σφαίρες να περνάνε πραγματικά δίπλα από τα αυτιά μας.

Και εδώ έρχεται άλλη μία λεπτομέρεια που δείχνει πόσο σοβαρά πήρε ο Mann την προσπάθεια να κάνει την ομάδα του McCauley να μοιάζει με πραγματικούς επαγγελματίες. Για τη σκηνή της ληστείας και τις σκηνές με τα όπλα, η παραγωγή έφερε τον πρώην Βρετανό στρατιώτη των SAS Andy McNab ως σύμβουλο. Οι ηθοποιοί πέρασαν περίπου τρεις μήνες εκπαίδευσης, ώστε οι κινήσεις τους, ο τρόπος που κρατούσαν τα όπλα και ο τρόπος με τον οποίο κινούνταν κατά τη διάρκεια της ανταλλαγής πυροβολισμών να δείχνουν όσο γίνεται πιο ρεαλιστικοί.

Ο Mann ήθελε οι άνθρωποι που βλέπουμε στην οθόνη να φαίνονται σαν να ξέρουν πραγματικά τι κάνουν και όχι σαν ηθοποιοί που απλώς έμαθαν μερικές κινήσεις για τις ανάγκες μιας σκηνής δράσης. Και το αποτέλεσμα ήταν τόσο πειστικό, ώστε πλάνα από την ταινία χρησιμοποιήθηκαν αργότερα ως εκπαιδευτικό υλικό για στρατιωτική εκπαίδευση του U.S. Army. Καθόλου άσχημα για μια παρέα που ξεκίνησε για ληστεία τράπεζας!

Να μην ξεχάσω και το υπόλοιπο cast

Γιατί εδώ πραγματικά μιλάμε για ομάδα και όχι απλώς για δύο τεράστια ονόματα στην κορυφή της αφίσας.

Ο Val Kilmer ως Chris Shiherlis είναι κάτι πολύ περισσότερο από «ο τύπος της ομάδας». Η σχέση του με την Charlene δείχνει έναν άνθρωπο που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη δουλειά και στην οικογένειά του, μόνο που η δουλειά που έχει επιλέξει δεν του αφήνει και πολλά περιθώρια για φυσιολογική ζωή. Η Charlene θέλει να τον προστατεύσει, αλλά ταυτόχρονα ξέρει πολύ καλά σε τι κόσμο έχει μπλέξει και τι μπορεί να σημαίνει αυτό για όλους τους ανθρώπους γύρω του.

Ο Tom Sizemore ως Michael Cheritto είναι ένας από τους πιο επικίνδυνους ανθρώπους της ομάδας, αλλά ταυτόχρονα είναι και οικογενειάρχης. Αυτή η αντίθεση είναι που κάνει ενδιαφέρον το συγκεκριμένο σύνολο χαρακτήρων, γιατί ο Mann δεν παρουσιάζει απλώς μια ομάδα εγκληματιών που υπάρχει για να εξυπηρετήσει τη δράση. Μας δείχνει ανθρώπους με οικογένειες, σχέσεις, φόβους και διαφορετικούς λόγους για τους οποίους έχουν επιλέξει αυτόν τον τρόπο ζωής.

Και κάπου εδώ αρχίζεις να καταλαβαίνεις ότι το Heat δεν είναι τελικά μόνο η ιστορία ενός αστυνομικού που κυνηγά έναν ληστή. Είναι μια ιστορία για ανθρώπους που έχουν γίνει τόσο καλοί σε αυτό που κάνουν, ώστε στο τέλος δεν ξέρουν πώς να ζήσουν διαφορετικά.

Και οι κριτικοί;

Η κριτική υποδοχή της ταινίας ήταν σε γενικές γραμμές πολύ θετική, με πολλούς να ξεχωρίζουν ακριβώς αυτά που βλέπουμε σήμερα ως τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματά της: τη σκηνοθεσία του Mann, την ατμόσφαιρα του Los Angeles, την αντιπαράθεση Pacino και De Niro, το ρεαλιστικό πιστολίδι και, κυρίως, το γεγονός ότι πίσω από τη δράση υπάρχει μια πολύ πιο βαθιά ιστορία για την εμμονή και τη μοναξιά.

Υπήρχαν όμως και κριτικές που θεωρούσαν τη διάρκεια της ταινίας υπερβολική, ενώ άλλοι αισθάνθηκαν ότι οι πολλές παράλληλες ιστορίες και οι χαρακτήρες απομάκρυναν κάποιες στιγμές την ταινία από τον βασικό άξονα της αντιπαράθεσης Hanna και McCauley. Ακόμη και η περίφημη σκηνή του καφέ, που σήμερα θεωρείται σχεδόν ιερή για τους φίλους της ταινίας, έχει κατά καιρούς θεωρηθεί από κάποιους ως μια κάπως κατασκευασμένη αφορμή για να βρεθούν επιτέλους οι δύο ηθοποιοί στην ίδια σκηνή.(βέβαια όπως ανέφερα παραπάνω, δεν ισχύει τελικά αυτό)

Προσωπικά, πάντως, δυσκολεύομαι να έχω πρόβλημα με αυτή τη σκηνή. Όχι επειδή έχει δύο τεράστιους ηθοποιούς απέναντι ο ένας στον άλλον, αλλά επειδή μέσα σε λίγα λεπτά καταλαβαίνεις ότι αυτοί οι δύο άνθρωποι έχουν περισσότερα κοινά απ' όσα θα ήθελαν. Και αυτό είναι πολύ πιο ενδιαφέρον από το να τους βλέπαμε απλώς να κυνηγιούνται για τρεις ώρες.

Και τώρα... το τέλος

Αν δεν έχεις δει το Heat, μην προχωρήσεις παρακάτω. Κλείσε τα μάτια, πάρε το τηλεκοντρόλ, κάνε ό,τι χρειάζεται. Αν όμως το έχεις δει, θέλω να γυρίσεις μαζί μου σε εκείνο το τέλος.

Ο McCauley έχει τελικά την ευκαιρία να φύγει. Έχει την Eady, την πανέμορφη Amy Brenneman, έχει μπροστά του την πιθανότητα να πάει στο αεροδρόμιο και να ξεκινήσει μια άλλη ζωή και, για πρώτη φορά, φαίνεται πως ο περίφημος κώδικάς του μπορεί πραγματικά να τον οδηγήσει στην ελευθερία.

Και τότε κάνει το ένα πράγμα που δεν έπρεπε να κάνει σύμφωνα με τον δικό του κώδικα.

Επιστρέφει για να σκοτώσει τον Waingro.

Αυτό είναι το μοιραίο λάθος του.

Ο άνθρωπος που ζούσε με τη λογική ότι πρέπει να μπορείς να αφήσεις τα πάντα πίσω μέσα σε τριάντα δευτερόλεπτα, τελικά δεν μπορεί να αφήσει πίσω την εκδίκηση. Και νομίζω ότι αυτό είναι ένα από τα πιο τραγικά στοιχεία ολόκληρης της ταινίας.

Σκοτώνει τον Waingro, επιστρέφει προς την Eady και τότε ο Hanna τον εντοπίζει.

Είναι η στιγμή που είμαι σίγουρος ότι πολλοί από εσάς είπατε «όχι ρε γαμώτο, ήταν τόσο κοντά». Εγώ τουλάχιστον έτσι σκεφτόμουν όταν ήμουν 16 και, για να είμαι ειλικρινής, έτσι σκέφτομαι ακόμα και σήμερα, παρόλο που η αγάπη μου για τον Al Pacino είναι ΤΕΡΑΣΤΙΑ.

Γιατί, αν το σκεφτείς, ο McCauley είχε πραγματικά μια ευκαιρία. Αν δεν γύριζε πίσω για την εκδίκηση, αν ακολουθούσε τον δικό του κώδικα, θα ζούσε. Θα πήγαινε στην Eady και θα είχε τουλάχιστον την ευκαιρία να ξεκινήσει κάτι καινούργιο. Βέβαια, δεν ξέρουμε αν θα κατάφερνε πραγματικά να ζήσει έτσι. Προσωπικά πιστεύω ότι κάποια στιγμή θα ξαναγύριζε στην ίδια λούπα, γιατί ένας άνθρωπος σαν τον McCauley δεν αλλάζει τόσο εύκολα. Όμως είχε μια ευκαιρία.

Και ακριβώς αυτή η ευκαιρία είναι που κάνει το τέλος ακόμα πιο πικρό.

Γιατί ο Waingro ήταν ακόμα ζωντανός.

Και αυτό του έτρωγε το μυαλό.

Δεν μπορούσε να φύγει γνωρίζοντας ότι εκείνος ο άνθρωπος ζούσε. Έπρεπε να γυρίσει πίσω.

Και έτσι έχασε τα πάντα.

Ακολουθεί η τελική καταδίωξη στο LAX. Ο McCauley προσπαθεί να χρησιμοποιήσει το σκοτάδι και τα φώτα των διαδρόμων προς όφελός του, ενώ ο Hanna τον κυνηγά μέσα στο τεράστιο και σχεδόν απόκοσμο περιβάλλον του αεροδρομίου. Και τελικά ο Hanna βλέπει τη σκιά του, πυροβολεί πρώτος και ο McCauley πέφτει.

Και τότε γίνεται κάτι πολύ σημαντικό.

Ο Hanna δεν πανηγυρίζει.

Δεν υπάρχει θρίαμβος. Δεν σηκώνει τα χέρια, δεν φωνάζει, δεν πανηγυρίζει επειδή επιτέλους έπιασε τον άνθρωπο που κυνηγούσε. Πιάνει το χέρι του.

Ο McCauley πεθαίνει και ο Hanna μένει δίπλα του.

Και κάπως έτσι επιστρέφουμε στο ερώτημα που, για μένα, κάνει το τέλος του Heat τόσο σπουδαίο:

Ποιος κέρδισε;

Τυπικά, ο Hanna.

Ο αστυνομικός σκότωσε τον εγκληματία.

Αλλά ο Mann δεν το παρουσιάζει σαν θρίαμβο. Ο Hanna έχασε ουσιαστικά κι αυτός κάτι, γιατί μπορεί να μένει ζωντανός, αλλά εξακολουθεί να κουβαλάει τη ζωή που επέλεξε, μια ζωή στην οποία η δουλειά έχει καταλάβει σχεδόν τα πάντα. Και οι δύο άνδρες είναι, με τον δικό τους τρόπο, μόνοι.

Ο ένας πεθαίνει.

Ο άλλος μένει ζωντανός.

Και όμως, δεν αισθάνεσαι ότι κάποιος πραγματικά κέρδισε.

Γι' αυτό και το τελευταίο πλάνο δεν μοιάζει με «ο καλός νίκησε τον κακό». Μοιάζει περισσότερο με δύο ανθρώπους που έφτασαν μέχρι το τέλος της διαδρομής τους και τελικά ο ένας από τους δύο δεν μπορούσε να συνεχίσει.

Και ίσως αυτό να είναι τελικά το Heat.

Όχι μια ταινία για έναν αστυνομικό και έναν εγκληματία.

Αλλά μια ταινία για δύο ανθρώπους που ήταν τόσο αφοσιωμένοι σε αυτό που έκαναν, ώστε κατά κάποιον τρόπο έγιναν ο ένας ο καθρέφτης του άλλου.

Και για μένα, όλα αυτά ξεκίνησαν ένα βράδυ Παρασκευής, όταν ήμουν 16 χρονών, πήρα ένα λεωφορείο για τη Γλυφάδα μαζί με την παρέα μου και προσπάθησα να πείσω έναν άνθρωπο στην είσοδο ότι ήμουν ήδη δεκαοκτώ.

Τελικά μπήκαμε.Τα φώτα έσβησαν.

Και χωρίς να το ξέρω εκείνη τη στιγμή, η πρώτη μου πραγματική εμπειρία κινηματογράφου είχε μόλις ξεκινήσει με μια από τις ταινίες που θα θυμάμαι για πάντα. Και τώρα που θυμάμαι όλα αυτά, συγκινούμαι ρε φίλε. Πολύ. Και χαίρομαι που τελικά βρήκα το θάρρος — διάβασε περισσότερα γι' αυτό στο About Playview και το ταξίδι της δημιουργίας του — να φτιάξω το playview.eu.

Δεν ξέρω αν θα μπει ποτέ κάποια ψυχή να διαβάσει όλα αυτά που γράφω. Αλλά είπαμε... δεν το έκανα για τα φράγκα.

Το έκανα για το γαμώτο!

Και ίσως αυτό να είναι τελικά το Heat.

Όχι μια ταινία για έναν αστυνομικό και έναν εγκληματία.

Αλλά μια ταινία για δύο ανθρώπους που ήταν τόσο αφοσιωμένοι σε αυτό που έκαναν, ώστε κατά κάποιον τρόπο έγιναν ο ένας ο καθρέφτης του άλλου.

Και για μένα, όλα αυτά ξεκίνησαν ένα βράδυ Παρασκευής, όταν ήμουν 16 χρονών, πήρα ένα λεωφορείο για τη Γλυφάδα μαζί με την παρέα μου και προσπάθησα να πείσω έναν άνθρωπο στην είσοδο ότι ήμουν ήδη δεκαοκτώ.