Season 1: Πριν από τα Δαχτυλίδια, πριν από τον Θρύλο
Η πρώτη σεζόν του The Lord of the Rings: The Rings of Power ήταν ένα από τα μεγαλύτερα τηλεοπτικά στοιχήματα της Amazon, μετά την απόκτηση των τηλεοπτικών δικαιωμάτων του έργου του J.R.R. Tolkien. Η εταιρεία επένδυσε σε μια φιλόδοξη παραγωγή, επιχειρώντας να μεταφέρει στη μικρή οθόνη τη Δεύτερη Εποχή της Μέσης Γης, αρκετές χιλιάδες χρόνια πριν από τα γεγονότα της κινηματογραφικής τριλογίας του Peter Jackson, παρουσιάζοντας τη Δεύτερη Εποχή της Μέσης Γης και την άνοδο του Sauron.
Η σειρά μάς σύστησε μια διαφορετική Galadriel, αποφασισμένη να εντοπίσει το κακό που θεωρεί πως δεν έχει εξαφανιστεί, ενώ παράλληλα παρακολουθήσαμε την εξέλιξη των βασιλείων των Ξωτικών, των Ανθρώπων, των Νάνων και των Harfoots. Στο επίκεντρο βρέθηκε η επιστροφή των σκοτεινών δυνάμεων και η σταδιακή δημιουργία των συνθηκών που θα οδηγήσουν στη γέννηση των Δαχτυλιδιών της Δύναμης.
Το φινάλε ήταν εκείνο που έδωσε τελικά στη σειρά την κατεύθυνση που περίμεναν πολλοί θεατές. Ο Halbrand, ο άνθρωπος που είχε συμμαχήσει με τη Galadriel και είχε παρουσιαστεί ως ο χαμένος βασιλιάς των Southlands, αποκαλύφθηκε πως ήταν στην πραγματικότητα ο Sauron. Η Galadriel αντιλαμβάνεται την αλήθεια, αλλά είναι πλέον αργά για να σταματήσει τα σχέδιά του.
Παράλληλα, η έκρηξη του ηφαιστείου είχε μετατρέψει τα Southlands σε Mordor, δημιουργώντας το νέο σκοτεινό βασίλειο των Orcs. Στο Lindon, ο Celebrimbor, με τη βοήθεια του Sauron χωρίς να γνωρίζει την πραγματική του ταυτότητα, προχωρά στη δημιουργία των πρώτων τριών Δαχτυλιδιών των Ξωτικών: Vilya, Nenya και Narya.
Την ίδια στιγμή, ο μυστηριώδης Stranger αποκαλύπτει σταδιακά τη μαγική του φύση και ξεκινά το ταξίδι του μαζί με τη Nori, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα της πραγματικής του ταυτότητας. Η πρώτη σεζόν ολοκληρώνεται ουσιαστικά με την τοποθέτηση των βασικών κομματιών στη σκακιέρα. Ο Sauron έχει επιστρέψει, τα πρώτα Δαχτυλίδια έχουν δημιουργηθεί και η Μέση Γη βρίσκεται πλέον μπροστά σε μια νέα εποχή.
Η Amazon επένδυσε σε μια παραγωγή πραγματικά κινηματογραφικών προδιαγραφών. Πίσω από τη σειρά βρίσκονται οι δημιουργοί J. D. Payne και Patrick McKay, ενώ στην εκτελεστική παραγωγή συμμετέχουν οι Lindsey Weber και J.A. Bayona. Ο τελευταίος ανέλαβε και τη σκηνοθεσία των δύο πρώτων επεισοδίων, δίνοντας από την αρχή τον κινηματογραφικό χαρακτήρα που ήθελε να πετύχει η παραγωγή.
Σημαντική είναι επίσης η παρουσία του συνθέτη Bear McCreary, γνωστού από τα Battlestar Galactica, Godzilla: King of the Monsters και The Walking Dead, ο οποίος ανέλαβε να δημιουργήσει μια νέα μουσική ταυτότητα για τον κόσμο του Tolkien.
Και φυσικά, όλα αυτά βασίζονται στο έργο του J.R.R. Tolkien, με την παραγωγή να συνεργάζεται με το Tolkien Estate και τους κατόχους των σχετικών δικαιωμάτων. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Peter Jackson δεν συμμετείχε δημιουργικά στη σειρά, παρά τις αρχικές συζητήσεις που είχαν γίνει μαζί του.
Η υποδοχή της πρώτης σεζόν ήταν αρκετά διχασμένη. Οι κριτικοί αναγνώρισαν την εντυπωσιακή παραγωγή, τη φωτογραφία, τη μουσική και τη δημιουργία του κόσμου, με το Rotten Tomatoes να καταγράφει 84% θετικές κριτικές, ενώ στο Metacritic η βαθμολογία των κριτικών ήταν 71/100.
Το κοινό, ωστόσο, ήταν πολύ πιο επιφυλακτικό. Στο Rotten Tomatoes η βαθμολογία των θεατών βρέθηκε στο 38%, ενώ στο Metacritic το User Score ήταν μόλις 3,0/10. Οι βασικές ενστάσεις αφορούσαν τον αργό ρυθμό, την ανάπτυξη των χαρακτήρων, τις αλλαγές σε σχέση με το Tolkien lore και την απόσταση που αισθάνονταν αρκετοί θεατές από την κινηματογραφική τριλογία.
Από την άλλη, δύσκολα μπορεί κανείς να αμφισβητήσει το μέγεθος της παραγωγής. Η πρώτη σεζόν κόστισε περίπου 465 εκατομμύρια δολάρια, αποτελώντας μία από τις ακριβότερες τηλεοπτικές παραγωγές που έχουν πραγματοποιηθεί.

Για μένα, το σημαντικότερο στοιχείο είναι πως η πρώτη σεζόν δεν προσπάθησε απλώς να αναπαράγει τη μαγεία των ταινιών. Επιχείρησε να δημιουργήσει τη δική της ταυτότητα, παρουσιάζοντας μια εποχή της Μέσης Γης που μέχρι τότε δεν είχαμε δει να ζωντανεύει με τέτοια έκταση στην οθόνη. Η εντυπωσιακή σκηνογραφία, η φωτογραφία, η μουσική του Bear McCreary και κυρίως η αίσθηση του μεγάλου ταξιδιού είναι στοιχεία που δύσκολα περνούν απαρατήρητα. Υπάρχουν στιγμές που πραγματικά αισθάνεσαι πως βρίσκεσαι ξανά μέσα στον κόσμο του Tolkien.
Από την άλλη, η σειρά είχε εμφανείς αδυναμίες. Ο ρυθμός της ήταν αρκετά αργός σε αρκετά σημεία, με ορισμένες ιστορίες να χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να αποκτήσουν ουσιαστικό ενδιαφέρον. Η ανάπτυξη κάποιων χαρακτήρων δεν ήταν πάντα ισορροπημένη, ενώ η Galadriel, παρά τη σημαντική παρουσία της, παρουσιάστηκε αρκετές φορές ως ένας δύσκολος χαρακτήρας με τον οποίο δεν ήταν εύκολο να ταυτιστείς. Υπήρχαν επίσης μυστήρια που παρατάθηκαν περισσότερο από όσο χρειαζόταν, με αποτέλεσμα ορισμένες αποκαλύψεις να χάνουν μέρος της δυναμικής τους.
Ωστόσο, υπήρχαν και εξαιρετικές ερμηνείες, με τον Charles Edwards ως Celebrimbor, τον Robert Aramayo ως Elrond και τον Joseph Mawle ως Adar να ξεχωρίζουν. Ειδικά ο Adar αποτέλεσε μια ενδιαφέρουσα προσθήκη, δίνοντας στους Orcs μια διαφορετική διάσταση από αυτή που είχαμε συνηθίσει.
Δεν θεωρώ πως η πρώτη σεζόν έφτασε το επίπεδο της κινηματογραφικής τριλογίας, ούτε πως αξιοποίησε πάντοτε σωστά το τεράστιο υλικό που είχε στα χέρια της. Παρ' όλα αυτά, το φινάλε, με την αποκάλυψη του Sauron και τη δημιουργία των πρώτων Δαχτυλιδιών, έδωσε επιτέλους μια ξεκάθαρη κατεύθυνση στην ιστορία. Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο κέρδος της πρώτης σεζόν: έθεσε τις βάσεις για μια πολύ μεγαλύτερη σύγκρουση, αφήνοντας αρκετό χώρο για να εξελιχθεί η σειρά και να βρει ακόμη περισσότερο τον βηματισμό της.
Θα επιστρέψω με νέο άρθρο για ότι είδαμε στην 2η σεζόν.




