Η ΑΠΟΨΗ ΜΟΥ · ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
Τελικά, δεν ήταν αυτό που περίμενα
Resonance - A Plague Tale Legacy · 05/09/2026

Θα ξεκινήσω λίγο ανάποδα αυτή τη φορά, γιατί όταν ανακοινώθηκε το Resonance: A Plague Tale Legacy η αλήθεια είναι ότι δεν ενθουσιάστηκα. Το πρώτο A Plague Tale: Innocence με είχε κερδίσει πάρα πολύ, γιατί είχε κάτι που δεν είχα ξαναδεί ακριβώς έτσι σε παιχνίδι. Είχε μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα αλλά και διάφορους μηχανισμούς, όπως το περιβόητο με τα ποντίκια, όπου έπρεπε να τα κοροϊδέψεις πηγαίνοντάς τα αλλού ώστε να περάσεις κάποιες περιοχές ή να τα στρέψεις με διάφορους τρόπους στους φρουρούς. Το Requiem συνέχισε την ιστορία της Amicia και του Hugo και, παρότι είχε αρκετές πολύ όμορφες στιγμές, προσωπικά άρχισα να νιώθω ότι οι καλές ιδέες του πρώτου παιχνιδιού επαναλαμβάνονταν χωρίς να βλέπω αυτό το κάτι διαφορετικό που θα με έκανε να ενθουσιαστώ ξανά.
Οπότε, όταν άκουσα για ένα ακόμη Plague Tale, η πρώτη μου σκέψη ήταν περίπου «δεν θα το πάρω, τα ίδια θα είναι πάλι». Δεν περίμενα ότι το Resonance θα κατάφερνε να με κάνει να αλλάξω γνώμη τόσο γρήγορα. Όσο περισσότερο διάβαζα για το παιχνίδι, τόσο περισσότερο καταλάβαινα ότι η Asobo Studio δεν ήθελε απλώς να συνεχίσει αυτό που έκανε στα δύο προηγούμενα παιχνίδια. Αυτή τη φορά αφήνει στην άκρη την Amicia και τον Hugo και μας μεταφέρει δεκαπέντε χρόνια πριν από τα γεγονότα που γνωρίζουμε από τη σειρά, σε μια διαφορετική εποχή και σε μια εντελώς διαφορετική ιστορία, με πρωταγωνίστρια τη Sophia, τη γυναίκα που γνωρίσαμε στο Requiem.
Και κάπου εκεί άρχισε να μου κεντρίζει το ενδιαφέρον.
Η Sophia βρίσκεται σε μια προσωπική αναζήτηση που την οδηγεί στη μυστηριώδη Νήσο του Μινώταυρου, αναζητώντας απαντήσεις για τον πατέρα της και για γεγονότα που έχουν αφήσει πίσω τους περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις. Μαζί με τη φίλη της Leni, βρίσκεται σε έναν τόπο γεμάτο μυστικά, αρχαία ερείπια και μια ιστορία που συνδέεται με έναν από τους πιο γνωστούς μύθους της ελληνικής μυθολογίας. Και αυτό είναι ίσως το πρώτο πράγμα που κάνει το Resonance να ξεχωρίζει τόσο έντονα από τα προηγούμενα παιχνίδια.
Γιατί ξαφνικά δεν βρίσκομαι στη Γαλλία, κυνηγημένος από αρουραίους και στρατιώτες, αλλά σε έναν κόσμο που έχει έντονα ελληνικά και ιδιαίτερα Μινωικά στοιχεία. Ο Μινώταυρος, ο Λαβύρινθος, η Αριάδνη, ο Θησέας και ο Μίτος της Αριάδνης δεν είναι απλώς ονόματα που χρησιμοποιούνται για να δημιουργηθεί μια ωραία ατμόσφαιρα. Αποτελούν μέρος της ίδιας της ιστορίας και όσο προχωράς, τόσο περισσότερο καταλαβαίνεις ότι το παιχνίδι θέλει να σου αποκαλύψει μια πολύ παλιότερη ιστορία, η οποία συνδέεται άμεσα με τον κόσμο του A Plague Tale.
Και εδώ αρχίζει ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια του παιχνιδιού, γιατί μέσα από τη Sophia ουσιαστικά βιώνουμε και μια ιστορία που έχει συμβεί χιλιάδες χρόνια πριν. Η αρχαία αυτή ιστορία μάς οδηγεί στην Αριάδνη και στον Λαβύρινθο, ενώ σταδιακά καταλαβαίνουμε ότι αρκετά από αυτά που γνωρίζουμε από τον κλασικό μύθο δεν είναι ακριβώς όπως τα περιμέναμε. Ο πολεμιστής που βλέπουμε μέσα από τις αρχαίες αναμνήσεις και τις παράλληλες σκηνές δεν είναι τελικά ο Θησέας όπως τον ξέρουμε από τον μύθο. Είναι η Αριάδνη, η οποία χρησιμοποιεί την ταυτότητα του Θησέα για να μπει στις δοκιμασίες και να προσπαθήσει να φτάσει στον αδελφό της, τον Asterion.
Και όσο προχωράς, τόσο περισσότερο ο γνωστός μύθος αρχίζει να αλλάζει μπροστά στα μάτια σου. Ο Λαβύρινθος, ο Δαίδαλος, η Αριάδνη, ο Θησέας και ο Μινώταυρος δεν είναι πλέον απλώς οι χαρακτήρες μιας ιστορίας που γνωρίζουμε από τα παιδικά μας χρόνια. Η Asobo παίρνει αυτούς τους χαρακτήρες και τους εντάσσει στη δική της μυθολογία, δημιουργώντας μια ιστορία που συνδέει τον αρχαίο κόσμο με αυτόν του A Plague Tale.
Και μέσα σε όλα αυτά υπάρχει ένα από τα καλύτερα τέρατα που έχω συναντήσει τα τελευταία χρόνια σε παιχνίδι.
Το λέω πραγματικά. Δεν είναι απλώς ένας δυνατός εχθρός που εμφανίζεται κάποια στιγμή για να σου κάνει τη ζωή δύσκολη. Είναι ένα πλάσμα που καταφέρνει να δημιουργήσει αυτό το πολύ συγκεκριμένο συναίσθημα του φόβου που έχεις όταν ξέρεις ότι κάτι βρίσκεται εκεί έξω και δεν θέλεις με τίποτα να σε εντοπίσει. Και το καλύτερο είναι ότι το παιχνίδι δεν σου δίνει τη δυνατότητα να το αντιμετωπίσεις όπως θα αντιμετώπιζες έναν κανονικό εχθρό. Δεν είναι «βγαίνει το σπαθί, του ρίχνω μερικές και τελείωσε».
Το πλάσμα αυτό παραμένει μαζί σου από περίπου τη μέση του παιχνιδιού μέχρι το τέλος και η βασική σου δουλειά είναι να το αποφύγεις. Το παιχνίδι χρησιμοποιεί το σκοτάδι, το φως, τη σφαίρα της Sophia και κυρίως τον τρόπο με τον οποίο κινείσαι μέσα στον χώρο για να δημιουργήσει αυτή την ένταση. Δεν αρκεί να ξέρεις απλώς πού πρέπει να πας. Πρέπει να καταλάβεις πώς θα πας εκεί χωρίς να δώσεις στο πλάσμα αυτό που χρειάζεται για να σε βρει.
Και υπάρχει μάλιστα ένας πολύ έξυπνος μηχανισμός όπου όταν η Sophia κινείται γρήγορα αφήνει πίσω της μια χαρακτηριστική μπλε σκόνη, η οποία μπορεί να λειτουργήσει σαν ίχνος για το πλάσμα. Έτσι, ακόμα και η προσπάθειά σου να ξεφύγεις μπορεί να γίνει ο λόγος για τον οποίο θα σε εντοπίσει. Και κάπου εκεί το παιχνίδι καταφέρνει να σε κάνει να σκέφτεσαι ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο κινείσαι.
Πού θα πας; Από πού θα περάσεις; Πότε πρέπει να τρέξεις; Πότε πρέπει να περιμένεις; Πότε πρέπει να χρησιμοποιήσεις το φως; Και κυρίως, πόσο γρήγορα μπορείς να κινηθείς χωρίς να αφήσεις πίσω σου ένα μονοπάτι που θα οδηγήσει το τέρας κατευθείαν πάνω σου;
Και όταν σε εντοπίσει, δεν υπάρχει ιδιαίτερη συζήτηση. Αν σε πιάσει, πεθαίνεις σχεδόν ακαριαία.
Είναι από εκείνες τις περιπτώσεις που πραγματικά ένιωθα ότι άκουγα την καρδιά μου την ώρα που έπαιζα, γιατί δεν φοβάσαι απλώς ότι θα εμφανιστεί. Φοβάσαι ότι θα σε δει. Και αυτό κάνει τεράστια διαφορά. Υπάρχουν στιγμές που πρέπει να βρεις μόνος σου τη λύση για το πώς θα περάσεις από έναν χώρο χωρίς να τραβήξεις την προσοχή του, ενώ υπάρχουν και άλλες που απλώς πρέπει να τρέξεις όσο πιο γρήγορα μπορείς επειδή το έχεις πίσω σου.
Και ναι, υπήρχαν στιγμές που όταν με έβρισκε κυριολεκτικά στο τελευταίο δευτερόλεπτο, το σπίτι άκουγε διάφορες ευχές και κοσμητικά επίθετα από μένα και η γυναίκα μου με ρωτούσε αν όλα είναι καλά. Αυτό από μόνο του ίσως λέει αρκετά για το πόσο καλά κατάφερε το παιχνίδι να δημιουργήσει αυτή την αίσθηση καταδίωξης.
Χωρίς να μπω σε περισσότερες λεπτομέρειες, το γεγονός ότι προς το τέλος μαθαίνεις ποιο πραγματικά είναι αυτό το πλάσμα κάνει όλη αυτή την εμπειρία ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Γιατί τότε καταλαβαίνεις ότι δεν ήταν απλώς ένα ακόμη τέρας που μπήκε στην ιστορία για να σε τρομάξει. Είναι κομμάτι της ίδιας της ιστορίας που ξετυλίγεται μπροστά σου.
Από εκεί και πέρα, το Resonance έχει αλλάξει αρκετά και τον τρόπο που παίζουμε. Οι μάχες είναι σαφώς πιο έντονες σε σχέση με τα προηγούμενα παιχνίδια και η Sophia δεν είναι ένας χαρακτήρας που πρέπει συνεχώς να κρύβεται και να περιμένει την κατάλληλη στιγμή. Υπάρχει πλέον μεγαλύτερη έμφαση στη μάχη σώμα με σώμα, με αποκρούσεις, αντεπιθέσεις και ένα αρκετά πιο ενεργητικό σύστημα μάχης.
Στην αρχή αυτό μου άρεσε αρκετά, ειδικά επειδή αισθάνεσαι ότι η Sophia είναι διαφορετικός χαρακτήρας και ότι το παιχνίδι θέλει να σου το δείξει και μέσα από το gameplay. Υπάρχουν μάλιστα κάποιες μάχες με σημαντικούς χαρακτήρες που χρειάζονται καλό συντονισμό και σωστή χρήση των μηχανισμών για να τις καταφέρεις.
Από την άλλη, όσο προχωράει το παιχνίδι, οι μάχες αρχίζουν να μου φαίνονται όλο και πιο εύκολες. Δεν θα πω ότι με χάλασαν, γιατί εξακολουθούν να έχουν ενδιαφέρον, αλλά είναι από τα σημεία όπου ένιωσα ότι μετά από κάποιο σημείο είχα μάθει πλέον πολύ καλά πώς λειτουργεί το σύστημα, αλλά είχα επενδύσει κιόλας τα skills μου με τέτοιο τρόπο ώστε να μην χάνω εύκολα και μπορούσα να αντιμετωπίζω τις περισσότερες καταστάσεις χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία.
Και ίσως αυτό είναι ένα από τα λίγα σημεία όπου το παιχνίδι μου έδωσε την αίσθηση μιας επανάληψης που ακριβώς ήθελα να αποφύγει. Οι μάχες και οι γρίφοι με το φως λειτουργούν πολύ καλά, αλλά σε ορισμένα σημεία αρχίζουν να επαναλαμβάνουν τη λογική τους. Ευτυχώς, το παιχνίδι έχει αρκετές διαφορετικές καταστάσεις και κυρίως έχει αυτό το τεράστιο κομμάτι της ιστορίας που σε τραβάει συνεχώς μπροστά.
Και αν υπάρχει ένα πράγμα που πραγματικά δεν περίμενα να με εντυπωσιάσει τόσο πολύ, αυτό ήταν η μουσική.
Η μουσική του Resonance είναι του Olivier Derivière, του ίδιου συνθέτη που είχε αναλάβει και τα δύο προηγούμενα A Plague Tale, αλλά εδώ η μουσική αποκτά μια εντελώς διαφορετική ταυτότητα. Και ο λόγος είναι ότι η Asobo αποφάσισε να χτίσει τον ήχο του παιχνιδιού γύρω από την ελληνική και κυπριακή μουσική παράδοση.
Βασική φωνή του soundtrack είναι η Βασιλική Αναστασίου, ενώ συμμετέχει και η γυναικεία χορωδία The Amalgamation Choir, αποτελούμενη από είκοσι γυναίκες από την Κύπρο. Αν δείτε τις φωτογραφίες που έχω βάλει στο τέλος, έχω συμπεριλάβει και μία στην οποία φαίνονται τα ονόματά τους. Οι στίχοι γράφτηκαν αρχικά από τον Derivière και στη συνέχεια προσαρμόστηκαν στα Κυπριακά Ελληνικά από τη Βασιλική Αναστασίου και τον Γιώργο Καλογήρου.
Και εδώ βρίσκεται κάτι που πραγματικά με κέρδισε. Δεν μου άρεσε η μουσική επειδή απλώς τραγουδούσε κάποιος στα ελληνικά. Αν ήμουν ένας ξένος παίκτης και άκουγα ακριβώς την ίδια μουσική χωρίς να καταλαβαίνω ούτε μία λέξη, πάλι θα μου άρεσε. Αυτό που με τρέλανε ήταν ο παλμός της.
Υπάρχουν κομμάτια που θυμίζουν μοιρολόγια, άλλα που μοιάζουν περισσότερο με αρχαίες τελετουργίες και άλλα που λειτουργούν σχεδόν σαν η φωνή της ίδιας της Sophia, εκφράζοντας αυτό που αισθάνεται χωρίς να χρειάζεται να στο εξηγήσει κάποιος διάλογος. Και όσο περισσότερο έπαιζα, τόσο περισσότερο ένιωθα ότι η μουσική δεν ήταν απλώς κάτι που ακουγόταν στο background. Ήταν κομμάτι της εμπειρίας.
Η Βασιλική Αναστασίου ηχογράφησε μάλιστα το soundtrack ενώ ήταν επτά μηνών έγκυος, σε ηχογραφήσεις που έφτασαν περίπου τις εννέα ώρες την ημέρα, και ο Derivière αφιέρωσε τελικά τη μουσική στη νεογέννητη κόρη της, Cleo. Υπάρχουν και αρκετοί Έλληνες και Κύπριοι μουσικοί που συμμετείχαν στις ηχογραφήσεις, κάτι που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί ο ήχος του παιχνιδιού έχει αυτή την ιδιαίτερη ταυτότητα.
Ο Derivière μάλιστα δεν θέλησε απλώς να βάλει μερικά ελληνικά όργανα πάνω από τη μουσική του. Συνεργάστηκε με μουσικούς από την Ελλάδα και την Κύπρο, χρησιμοποιώντας μεταξύ άλλων yaylı tambur, rebab, μπουζούκι, κιθάρα και άλλα όργανα, ώστε η μουσική να αποκτήσει τη δική της ταυτότητα. Και αυτό είναι κάτι που ακούγεται.
Και επειδή μιλάμε για ελληνικά στοιχεία, δεν θα μπορούσε να λείπει και η μουσική σύνδεση με αυτά.
Και εδώ δεν μιλάμε απλώς για μερικά ελληνικά όργανα που μπήκαν πάνω από μια κινηματογραφική μουσική για να μας θυμίσουν ότι βρισκόμαστε στην Κρήτη. Ο Derivière άλλαξε ουσιαστικά τη μουσική γλώσσα του παιχνιδιού, αντικαθιστώντας μεγάλο μέρος της γνώριμης ηχητικής ταυτότητας των προηγούμενων τίτλων με yaylı tambur και rebab από τον Ευγένιο Βούλγαρη, μπουζούκι και κιθάρα από τον Giani Caserotto, carnyx και κέρατα από τον Samuel Meric, ενώ το τσέλο του Éric-Maria Couturier παραμένει ως ένας συνδετικός κρίκος με τα προηγούμενα Plague Tale. Και πάνω από όλα αυτά έρχονται οι φωνές της Βασιλικής Αναστασίου, του Γιώργου Καλογήρου και της ελληνοκυπριακής Amalgamation Choir. Δεν είναι λοιπόν απλώς μια μουσική που “ακούγεται ελληνική”. Είναι μια μουσική που χτίστηκε από συγκεκριμένους ήχους, συγκεκριμένους μουσικούς και συγκεκριμένες φωνές για να αποκτήσει τη δική της ταυτότητα.
Το αποτέλεσμα, τουλάχιστον στα δικά μου αυτιά, είναι εξαιρετικό.
Το άλλο μεγάλο πλεονέκτημα του Resonance είναι η εικόνα του.
Αν κάποιος έχει παίξει τα δύο προηγούμενα παιχνίδια και περιμένει να δει ξανά εκείνη τη σκοτεινή, βρώμικη και καταθλιπτική Γαλλία, θα βρεθεί μπροστά σε κάτι αρκετά διαφορετικό. Εδώ έχουμε θάλασσα, φως, πράσινο, αρχαία πέτρα, Μινωικά στοιχεία και τοπία που σε αρκετές στιγμές είναι πραγματικά πανέμορφα.
Και αυτή η αλλαγή δεν είναι απλώς αισθητική. Βοηθάει και την ίδια την ιστορία, γιατί νιώθεις ότι ταξιδεύεις σε έναν κόσμο διαφορετικό από αυτόν που γνώρισες στα προηγούμενα παιχνίδια. Η Asobo έχει μελετήσει τον Μινωικό πολιτισμό και έχει χρησιμοποιήσει πραγματικά αρχιτεκτονικά και καλλιτεχνικά στοιχεία, ενώ παράλληλα πήρε ελευθερίες για να δημιουργήσει τη δική της εκδοχή αυτού του κόσμου.
Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα στον Λαβύρινθο, ο οποίος δεν λειτουργεί απλώς ως ένα εντυπωσιακό σκηνικό. Είναι ένα από τα βασικά κομμάτια του παιχνιδιού και εκεί η Sophia πρέπει να χρησιμοποιήσει τη Μινωική σφαίρα, το φως και το περιβάλλον για να λύσει γρίφους και να προχωρήσει.
Και κάπου εδώ αρχίζουμε να βλέπουμε και τη μεγαλύτερη σύνδεση του Resonance με τα προηγούμενα Plague Tale.
Γιατί, παρά το γεγονός ότι το παιχνίδι είναι διαφορετικό σχεδόν σε όλα, παραμένει ένα Plague Tale.
Η Prima Macula, η μυστηριώδης δύναμη που γνωρίσαμε μέσα από την ιστορία της Amicia και του Hugo, αποκτά εδώ ένα πολύ μεγαλύτερο και πολύ παλιότερο παρελθόν. Στα προηγούμενα παιχνίδια γνωρίσαμε τη Macula κυρίως μέσα από τον Hugo και την επίδρασή της πάνω του, αλλά δεν είχαμε δει την αρχαιότερη ιστορία της. Το Resonance μας πηγαίνει στη Μινωική Κρήτη, περίπου δύο χιλιάδες χρόνια πριν από την εποχή της Sophia, και μας παρουσιάζει τον Asterion ως έναν από τους αρχαιότερους φορείς της Prima Macula.
Και τότε ο μύθος του Μινώταυρου αποκτά εντελώς διαφορετικό νόημα.
Ο Asterion δεν είναι απλώς ένα μυθικό τέρας που περιμένει μέσα σε έναν Λαβύρινθο. Είναι ένας άνθρωπος, ένας Μινωικός πρίγκιπας που κουβαλά την Prima Macula και η ιστορία του είναι αυτή που βρίσκεται πίσω από τον μύθο του Μινώταυρου. Ο πατέρας του, ο Μίνωας, τον κρατά φυλακισμένο και ο Λαβύρινθος δεν είναι απλώς ένα μέρος για να χαθούν οι άνθρωποι. Είναι ουσιαστικά μέρος της προσπάθειας να περιοριστεί αυτό που βρίσκεται μέσα του.
Αυτό είναι που μου άρεσε περισσότερο στη σύνδεση με τα προηγούμενα παιχνίδια. Το Resonance δεν μας λέει απλώς «η Macula υπήρχε και παλιά». Μας δείχνει ότι αυτό που γνωρίζαμε ως μια κατάρα συνδεδεμένη με τον Hugo και την εποχή της πανώλης είναι ένα φαινόμενο που έχει πολύ βαθύτερες ρίζες. Και ξαφνικά οι ιστορίες της Amicia και του Hugo μοιάζουν να είναι ένα ακόμη κεφάλαιο μιας πολύ μεγαλύτερης ιστορίας που έχει ξεκινήσει αιώνες, ή μάλλον χιλιετίες, πριν.
Και αυτό προσωπικά μου άρεσε πολύ.
Γιατί τελικά το Resonance δεν προσπάθησε να μου δώσει ξανά την Amicia, τον Hugo, τους αρουραίους και τα ίδια προβλήματα με διαφορετικό περιτύλιγμα. Πήρε το σύμπαν του A Plague Tale και το πήγε αρκετά πίσω, σε μια εποχή που μέχρι τώρα δεν είχαμε δει, δίνοντάς του παράλληλα ένα εντελώς διαφορετικό σκηνικό και μια νέα πρωταγωνίστρια.
Και κάπως έτσι έφτασα στο τέλος και συνειδητοποίησα ότι αυτό που φοβόμουν περισσότερο πριν ξεκινήσω το παιχνίδι ήταν τελικά αυτό που το παιχνίδι κατάφερε να αποφύγει.
Δεν ήθελα άλλο ένα Plague Tale που θα μου έδινε ξανά τις ίδιες ιδέες. Ήθελα κάτι που να μου δημιουργήσει ξανά αυτό το συναίσθημα της ανακάλυψης που είχα στο πρώτο παιχνίδι. Και το Resonance, χωρίς να είναι τέλειο και χωρίς να καταφέρνει πάντα να κρατήσει τις μάχες και τους γρίφους στο ίδιο επίπεδο, κατάφερε να με κάνει να απολαύσω ξανά τη σειρά.
Μου άρεσε η Sophia, μου άρεσε η αλλαγή εποχής, μου άρεσε η σύνδεση με την ελληνική μυθολογία και κυρίως μου άρεσε το γεγονός ότι η ιστορία δεν φοβήθηκε να πάει αρκετά πίσω και να ανοίξει περισσότερο τον κόσμο του A Plague Tale.
Αλλά αν πρέπει να κρατήσω ένα πράγμα από ολόκληρη την εμπειρία, αυτό θα είναι το τέρας και η μουσική.
Το ένα με έκανε να κοιτάζω συνεχώς γύρω μου και να σκέφτομαι αν θα με δει, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις με έκανε να φωνάζω στο σπίτι επειδή με έβρισκε κυριολεκτικά στο τελευταίο δευτερόλεπτο. Το άλλο με έκανε αρκετές φορές να σταματήσω απλώς και να ακούσω.
Και τελικά αυτό είναι που θέλω από ένα παιχνίδι. Να μου αφήσει κάτι όταν το κλείσω.
Το Resonance: A Plague Tale Legacy δεν περίμενα να με ενθουσιάσει. Μπήκα σε αυτό έχοντας την αίσθηση ότι ίσως θα δω για ακόμη μία φορά τις ίδιες ιδέες με διαφορετικούς χαρακτήρες και με τη λογική «θα το βάλω για λίγα λεπτά και αν είναι έτσι, πιθανότατα θα το παίξω στο μέλλον». Αντί γι' αυτό, βρήκα ένα παιχνίδι που πήρε το σύμπαν του A Plague Tale, το γύρισε πίσω χιλιάδες χρόνια, το έφερε στην καρδιά της ελληνικής μυθολογίας και κατάφερε να μου δώσει ξανά την αίσθηση ότι υπάρχει κάτι καινούργιο να ανακαλύψω.
Και φυσικά, όλο αυτό μου άφησε και ένα μικρό μάθημα. Ίσως τελικά δεν πρέπει να κρίνουμε ένα παιχνίδι, μια ταινία ή μια σειρά επειδή ένα προηγούμενο κεφάλαιο μάς φάνηκε πιο αδύναμο. Ειδικά όταν μιλάμε για μια σειρά που συνεχίζει να δοκιμάζει διαφορετικά πράγματα. Εγώ είχα αποφασίσει σχεδόν πριν το ξεκινήσω ότι δεν θα το πάρω και ότι θα είναι πάλι τα ίδια. Το έβαλα τελικά και κάποια στιγμή σκέφτηκα «ώπα, κάτσε... αυτό είναι διαφορετικό».
Και λίγες μέρες μετά, αφού το τελείωσα, είχα αυτή την πολύ ωραία αίσθηση ότι πέρασα καλά. Όχι ότι έπαιξα ένα τέλειο παιχνίδι. Όχι ότι δεν είχε σημεία που θα μπορούσαν να είναι καλύτερα. Απλώς πέρασα όμορφα.
Και τελικά αυτό μετράει περισσότερο.
Οπότε, άντε μην περιμένεις. Απέκτησέ το κι εσύ και δώσ' του την ευκαιρία που παραλίγο να μην του δώσω εγώ.


