Μια υπόσχεση που που δεν έπρεπε να ξεχαστεί!
Ότι ο Guy Ritchie είναι ένας από τους αγαπημένους μου σκηνοθέτες θα το έχεις καταλάβει ήδη, βλέποντας πόσους τίτλους του έχω συμπεριλάβει στο playview.eu. Το The Covenant το είχα στα ραντάρ μου εδώ και πολύ καιρό. Απλώς δεν είχε έρθει η κατάλληλη στιγμή. Μέχρι που το Σάββατο το βράδυ αποφάσισα επιτέλους να καθίσω να το δω.
Πρωταγωνιστεί ο Jake Gyllenhaal, τον οποίο έχω απολαύσει στο παρελθόν στα Nightcrawler και Prisoners. Δύο ταινίες που πρέπει οπωσδήποτε να προσθέσω στη λίστα μας εδώ. Δίπλα του βρίσκουμε τον Dar Salim, τον οποίο γνώρισα μέσα από το The Terminal List, για το οποίο γράφω εδώ στο Playview κάθε επεισόδιο, τόσο από την πρώτη όσο και από τη δεύτερη σεζόν.
Μάλιστα, εδώ και καιρό σκεφτόμουν να ψάξω λίγο περισσότερο την πορεία του Salim και να δω μέσα από ποια μεγάλη παραγωγή έκανε το άνοιγμά του στο διεθνές κινηματογραφικό κοινό. Η αλήθεια είναι πως η διαδρομή του έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Γεννήθηκε στη Βαγδάτη του Ιράκ και η οικογένειά του εγκατέλειψε τη χώρα όταν ήταν ακόμη μικρός, καταλήγοντας ως πρόσφυγες στη Δανία. Πριν ακολουθήσει την υποκριτική, υπηρέτησε στη Βασιλική Φρουρά της Δανίας και εκπαιδεύτηκε ως πιλότος, εργασία που μάλιστα ακολούθησε για ένα διάστημα στην πολιτική αεροπορία. Η πρώτη του πρωταγωνιστική εμφάνιση στον κινηματογράφο ήρθε με τη δανέζικη ταινία Gå med fred Jamil το 2008, ενώ ακολούθησαν σημαντικές συμμετοχές σε παραγωγές όπως το Game of Thrones και το Exodus: Gods and Kings. Το The Covenant αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη του πρωταγωνιστική ευκαιρία στο Hollywood. Και μπορώ να πω πως την αξιοποίησε εξαιρετικά.
Η ιστορία μάς μεταφέρει στο Αφγανιστάν, κατά τη διάρκεια του πολέμου, όπου ο Αμερικανός λοχίας John Kinley (Jake Gyllenhaal) υπηρετεί σε μια στρατιωτική μονάδα που έχει αναλάβει τον εντοπισμό εγκαταστάσεων κατασκευής εκρηκτικών μηχανισμών των Ταλιμπάν. Για τις αποστολές τους συνεργάζονται με ντόπιους διερμηνείς, ανθρώπους που γνωρίζουν τη γλώσσα, την κουλτούρα και κυρίως το έδαφος στο οποίο επιχειρούν.
Όταν στην ομάδα του Kinley προστίθεται ο Ahmed (Dar Salim), ένας Αφγανός διερμηνέας με δικό του παρελθόν και έναν ιδιαίτερο τρόπο να αντιμετωπίζει τις καταστάσεις, η συνεργασία τους δεν ξεκινά ακριβώς με τις καλύτερες προϋποθέσεις. Σταδιακά, όμως, οι δύο άντρες αναπτύσσουν μια σχέση εμπιστοσύνης, η οποία θα δοκιμαστεί με τον πιο σκληρό τρόπο όταν μια στρατιωτική αποστολή εξελιχθεί σε εφιάλτη.
Από εκεί και πέρα, η ταινία δεν περιορίζεται σε μια ακόμη πολεμική περιπέτεια. Στο επίκεντρο βρίσκεται η σχέση δύο ανθρώπων που βρέθηκαν στην ίδια πλευρά ενός πολέμου, αλλά δεν έχουν απαραίτητα την ίδια αφετηρία, τις ίδιες επιλογές ή τις ίδιες πιθανότητες επιβίωσης.
Κάτι που αξίζει να ξεκαθαρίσουμε είναι πως το The Covenant δεν βασίζεται σε μία συγκεκριμένη αληθινή ιστορία. Οι χαρακτήρες και τα γεγονότα είναι μυθοπλασία, όμως η ιστορία αντλεί έμπνευση από πραγματικές καταστάσεις και μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τον πόλεμο στο Αφγανιστάν.
Και για να καταλάβουμε καλύτερα το περιβάλλον στο οποίο εκτυλίσσεται η ταινία, αξίζει να γυρίσουμε λίγο πίσω στον χρόνο.
Μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, οι ΗΠΑ ξεκίνησαν στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν, με βασικό στόχο την εξάρθρωση της Αλ Κάιντα και την ανατροπή του καθεστώτος των Ταλιμπάν, το οποίο παρείχε καταφύγιο στην τρομοκρατική οργάνωση. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους δημιουργήθηκε η International Security Assistance Force (ISAF), υπό την εξουσιοδότηση του ΟΗΕ, ενώ από τον Αύγουστο του 2003 η διοίκηση πέρασε στο ΝΑΤΟ.
Αυτό που αρχικά παρουσιάστηκε ως μια στρατιωτική επιχείρηση με συγκεκριμένους στόχους εξελίχθηκε σε έναν πόλεμο που διήρκεσε σχεδόν δύο δεκαετίες. Οι Αμερικανοί και οι σύμμαχοί τους επιχείρησαν να δημιουργήσουν ένα σταθερό αφγανικό κράτος, να εκπαιδεύσουν τις τοπικές δυνάμεις ασφαλείας και να περιορίσουν την επιρροή των Ταλιμπάν. Παρά τις τεράστιες στρατιωτικές και οικονομικές επενδύσεις, η κατάσταση παρέμεινε εξαιρετικά περίπλοκη.
Το 2014 ολοκληρώθηκε η αποστολή ISAF και από την 1η Ιανουαρίου 2015 ξεκίνησε η νέα αποστολή του ΝΑΤΟ, Resolute Support, με στόχο κυρίως την εκπαίδευση και υποστήριξη των αφγανικών δυνάμεων ασφαλείας. Τον Φεβρουάριο του 2020, οι ΗΠΑ υπέγραψαν συμφωνία με τους Ταλιμπάν για την αποχώρηση των διεθνών στρατευμάτων. Τον Απρίλιο του 2021 ανακοινώθηκε η τελική διαδικασία αποχώρησης, η οποία ολοκληρώθηκε μέσα στους επόμενους μήνες.

Και τότε ήρθε η κατάρρευση.
Τον Αύγουστο του 2021 οι Ταλιμπάν κατέλαβαν την Καμπούλ, η αφγανική κυβέρνηση κατέρρευσε και χιλιάδες άνθρωποι προσπάθησαν να εγκαταλείψουν τη χώρα. Οι εικόνες από το αεροδρόμιο της Καμπούλ, με ανθρώπους να προσπαθούν απεγνωσμένα να επιβιβαστούν σε αεροσκάφη, έκαναν τον γύρο του κόσμου. Στην επιχείρηση εκκένωσης απομακρύνθηκαν περισσότεροι από 120.000 άνθρωποι.
Ανάμεσα σε εκείνους που βρέθηκαν σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση ήταν οι Αφγανοί που είχαν συνεργαστεί με τις αμερικανικές και συμμαχικές δυνάμεις. Διερμηνείς, οδηγοί, πληροφοριοδότες και άλλοι τοπικοί συνεργάτες είχαν εκτεθεί για χρόνια στον κίνδυνο αντιποίνων. Για τους Ταλιμπάν, η συνεργασία με τις ξένες δυνάμεις σήμαινε θάνατος!
Εδώ υπάρχει ένα στοιχείο που προσωπικά με έκανε να εκτιμήσω ακόμη περισσότερο το θέμα της ταινίας. Το 2009, το αμερικανικό Κογκρέσο είχε θεσπίσει το Afghan Allies Protection Act, δημιουργώντας το πρόγραμμα Special Immigrant Visa (SIV). Σκοπός του ήταν να προσφέρει τη δυνατότητα μόνιμης εγκατάστασης στις ΗΠΑ σε Αφγανούς που είχαν προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στην αμερικανική κυβέρνηση και αντιμετώπιζαν σοβαρή απειλή εξαιτίας αυτής της συνεργασίας.
Ακούγεται απλό στη θεωρία. Στην πράξη, όμως, η διαδικασία αποδείχθηκε εξαιρετικά δύσκολη.
Σύμφωνα με επίσημη έκθεση του Γραφείου Γενικού Επιθεωρητή του αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών, από το 2009 έως το 2021 είχαν υποβληθεί 59.977 πλήρεις αιτήσεις. Από αυτές, μόλις 22.085 είχαν εγκριθεί και εκδοθεί, ενώ 28.821 είχαν απορριφθεί και άλλες 9.071 παρέμεναν σε εκκρεμότητα. Και μιλάμε μόνο για τους κύριους αιτούντες, όχι για το σύνολο των οικογενειών τους.
Σκεφτείτε τώρα έναν άνθρωπο που έχει συνεργαστεί με τον αμερικανικό στρατό, έχει εκθέσει την οικογένειά του σε κίνδυνο και περιμένει χρόνια μια βίζα που μπορεί να του σώσει τη ζωή. Να βλέπει τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάστηκε να φεύγουν από τη χώρα, ενώ ο ίδιος παραμένει πίσω, με την οικογένειά του εκτεθειμένη.
Αυτό είναι το πραγματικό βάρος που κουβαλάει το The Covenant. Δεν χρειάζεται να έχεις ζήσει έναν πόλεμο για να καταλάβεις πόσο τραγική είναι αυτή η πραγματικότητα.
Επιστρέφοντας στην ταινία, ο Ritchie αφήνει για λίγο στην άκρη το γνώριμο, γρήγορο και γεμάτο ατάκες κινηματογραφικό του ύφος και μας παρουσιάζει μια πιο σοβαρή και συναισθηματική πλευρά του. Φυσικά, η δράση δεν λείπει. Οι πολεμικές σκηνές έχουν ένταση, η αίσθηση του κινδύνου είναι διαρκής και η σκηνοθεσία σε βάζει μέσα στο περιβάλλον της αποστολής.
Έχει ενδιαφέρον μάλιστα πως ο ίδιος ο Ritchie είχε δηλώσει ότι δεν ήθελε να κάνει απλώς μια ακόμη ταινία με εντυπωσιακές εκρήξεις και πυροβολισμούς. Ήθελε η δράση να έχει συναισθηματικό και αφηγηματικό λόγο ύπαρξης. Σε συνέντευξή του στο TIME εξήγησε πως τον ενδιέφερε περισσότερο ο δεσμός μεταξύ δύο ανθρώπων και το τι είναι διατεθειμένοι να κάνουν για να τιμήσουν μια υπόσχεση. Δεν ήθελε να πάρει ξεκάθαρη πολιτική θέση, αλλά να εξερευνήσει την έννοια της αφοσίωσης και της προσωπικής ευθύνης.
Και αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί η συγκεκριμένη ταινία δεν θυμίζει τις περισσότερες προηγούμενες δουλειές του.
Μάλιστα, υπάρχει ένα ωραίο παρασκήνιο σχετικά με τον τρόπο που δούλεψε με τους δύο πρωταγωνιστές. Σύμφωνα με συνέντευξή τους στο GamesRadar+, ο Gyllenhaal αποκάλυψε ότι ο Ritchie ξεκίνησε με ένα σενάριο περίπου 60 σελίδων και άφησε αρκετό χώρο στους ηθοποιούς να ανακαλύψουν μαζί του τη δυναμική των χαρακτήρων. Δεν ήθελε να στηρίζονται αποκλειστικά στους διαλόγους. Σταδιακά, η επικοινωνία ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές άρχισε να γίνεται μέσα από βλέμματα, κινήσεις και μικρές εκφράσεις. Ο Gyllenhaal ανέφερε χαρακτηριστικά πως έφταναν στο σημείο να γυρίζουν σκηνές έξι έως οκτώ ατάκων μέσα από τα βλέμματα των δύο ηθοποιών, χωρίς να χρειάζεται να ειπωθεί σχεδόν τίποτα.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι πως μια μικρή ατάκα για τα σκυλιά που υπήρχαν στην περιοχή προέκυψε από αυτοσχεδιασμό του Gyllenhaal και τελικά άρεσε τόσο στον Ritchie, ώστε την κράτησε και την αξιοποίησε στην ταινία. Είναι από εκείνες τις λεπτομέρειες που δείχνουν πόσο διαφορετικά μπορεί να εξελιχθεί μια παραγωγή όταν ο σκηνοθέτης αφήνει χώρο στους ηθοποιούς.
Και μιας και μιλάμε για τον Dar Salim, ο ίδιος έχει εξηγήσει πως ο Ahmed δεν είναι απλώς ένας μεταφραστής. Υπάρχει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στις δύο έννοιες. Ο μεταφραστής μεταφέρει λέξεις από τη μία γλώσσα στην άλλη. Ο διερμηνέας, όμως, πρέπει να κατανοεί το περιβάλλον, τις προθέσεις των ανθρώπων, τις πολιτισμικές διαφορές και να αντιλαμβάνεται πότε κάτι δεν πηγαίνει καλά. Σε μια στρατιωτική αποστολή, μπορεί να είναι εκείνος που θα καταλάβει ότι μια συζήτηση δεν είναι αθώα ή ότι μια περιοχή κρύβει κίνδυνο. Με άλλα λόγια, δεν μεταφέρει απλώς πληροφορίες. Μπορεί να κρατά ζωντανούς τους ανθρώπους γύρω του.
Ο Salim αποκάλυψε επίσης πως μια από τις πιο συναισθηματικές στιγμές του χαρακτήρα του δεν υπήρχε αρχικά στο σενάριο. Προέκυψε αυθόρμητα κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, όταν αποφάσισαν να αφήσουν τον Ahmed να δείξει για μια στιγμή ότι λυγίζει κάτω από το βάρος όσων συμβαίνουν. Δεν χρειάστηκε να κλάψει ή να πει πολλά. Μια μικρή ανθρώπινη στιγμή ήταν αρκετή.
Και εδώ θέλω να σταθώ λίγο στην ερμηνεία του. Ο Ahmed είναι ένας χαρακτήρας που δεν χρειάζεται να εξηγεί συνεχώς ποιος είναι και τι σκέφτεται. Πολλά περνούν μέσα από τις εκφράσεις και τις κινήσεις του. Ο Gyllenhaal, από την άλλη, δίνει μια αρκετά συγκρατημένη ερμηνεία, η οποία ταιριάζει απόλυτα με τον χαρακτήρα του. Οι δυο τους λειτουργούν εξαιρετικά μαζί, χωρίς να προσπαθεί ο ένας να επισκιάσει τον άλλον.
Υπάρχουν και μερικά ακόμη ενδιαφέροντα στοιχεία από την παραγωγή. Επειδή τα γυρίσματα στο Αφγανιστάν δεν ήταν εφικτά, η παραγωγή επέλεξε την Ισπανία και κυρίως την περιοχή του Αλικάντε για να δημιουργήσει το αφγανικό τοπίο. Τα γυρίσματα ξεκίνησαν τον Φεβρουάριο του 2022, με το φυσικό ανάγλυφο της περιοχής να προσφέρει βουνά, απόκρημνες διαδρομές και ξηρά τοπία που μπορούσαν να λειτουργήσουν ως πειστικό σκηνικό.
Επίσης, μετά το τραγικό δυστύχημα στα γυρίσματα του Rust, όπου έχασε τη ζωή της η διευθύντρια φωτογραφίας Halyna Hutchins, ο Ritchie αποφάσισε να μην χρησιμοποιεί πραγματικά πυροβόλα όπλα στις παραγωγές του. Έτσι, στο The Covenant χρησιμοποιήθηκαν όπλα Airsoft και αντίγραφα, τα οποία μπορούσαν να προσφέρουν την απαραίτητη εικόνα και λειτουργικότητα χωρίς να υπάρχει πραγματικό πυροβόλο όπλο στο πλατό. Μια απόφαση που δείχνει πόσο σοβαρά αντιμετωπίστηκε το ζήτημα της ασφάλειας.
Όσο για τους κριτικούς, η υποδοχή ήταν γενικά θετική, αν και υπήρξαν και αρκετές ενστάσεις. Στο Rotten Tomatoes η ταινία συγκεντρώνει 82% από τους κριτικούς και 98% από το κοινό, ενώ στο Metacritic βρίσκεται στο 63/100, με βάση 28 επαγγελματικές κριτικές.
Το Rotten Tomatoes συνοψίζει αρκετά εύστοχα τη γενική αίσθηση, χαρακτηρίζοντάς την μια καλοπαιγμένη πολεμική περιπέτεια με μεγαλύτερο συναισθηματικό βάθος από αυτό που θα περίμενε κανείς και με μια σκηνοθετική συγκράτηση που δεν συναντάμε συχνά στις προηγούμενες δουλειές του Ritchie.
Το Empire της έδωσε 4/5, ξεχωρίζοντας την ενέργεια του Gyllenhaal και κυρίως την ευκαιρία που δίνεται στον Dar Salim να αναλάβει έναν πραγματικά σημαντικό πρωταγωνιστικό ρόλο. Το Variety την αντιμετώπισε επίσης ιδιαίτερα θετικά, θεωρώντας πως μέσα από την ιστορία των δύο αντρών ο Ritchie καταφέρνει να δώσει ένα είδος κινηματογραφικού κλεισίματος σε έναν πόλεμο που δεν κατάφερε ποτέ να πετύχει τους στόχους του. Από την άλλη, το Chicago Sun-Times επαίνεσε την αλλαγή ύφους του σκηνοθέτη και την ικανότητά του να αφηγηθεί μια τόσο σοβαρή ιστορία χωρίς τα συνηθισμένα σκηνοθετικά του τεχνάσματα.
Δεν έλειψαν, όμως, και οι πιο αυστηρές φωνές. Το RogerEbert.com αναγνώρισε τη δύναμη της σχέσης των δύο πρωταγωνιστών, αλλά άσκησε κριτική στην υπερβολική δραματοποίηση και στην εξέλιξη της τελευταίας πράξης, θεωρώντας πως η ταινία απομακρύνεται από τον ρεαλισμό που είχε καταφέρει να χτίσει αρχικά. Αντίστοιχα, το Slant Magazine θεώρησε πως η ιστορία παρουσιάζεται μέσα από μια υπερβολικά αμερικανοκεντρική οπτική, ενώ άλλες κριτικές επισήμαναν ότι η ταινία δεν εμβαθύνει όσο θα μπορούσε στις πολιτικές και ιστορικές αιτίες του πολέμου.
Και νομίζω πως εδώ βρίσκεται το βασικό σημείο στο οποίο μπορεί να γίνει μια ουσιαστική συζήτηση. Το The Covenant δεν είναι μια ολοκληρωμένη ιστορική αποτύπωση του πολέμου στο Αφγανιστάν. Δεν εξετάζει σε βάθος τις πολιτικές αποφάσεις, τις στρατιωτικές αποτυχίες, την πολυπλοκότητα της αφγανικής κοινωνίας ή τις ευθύνες όλων των πλευρών. Επιλέγει να αφηγηθεί μια πιο προσωπική ιστορία, χρησιμοποιώντας τον πόλεμο ως το περιβάλλον μέσα στο οποίο δοκιμάζονται η εμπιστοσύνη και η αφοσίωση.
Επειδή, όμως, μιλάμε για Guy Ritchie, υπάρχει και κάτι ακόμη που δεν μπορώ να αγνοήσω. Όσοι έχετε δει αρκετές ταινίες του γνωρίζετε πως δεν έχει ιδιαίτερο πρόβλημα να «σκοτώσει» χαρακτήρες, ακόμη κι αν τους θεωρούμε σημαντικούς για την ιστορία. Έτσι, όσο προχωρούσε η ταινία, δεν σας κρύβω πως είχα μια σχετική αγωνία για το αν τελικά θα καταφέρουν όλοι να γλιτώσουν. Δεν γράφω περισσότερα, γιατί δεν θέλω να σας χαλάσω την εμπειρία.
Η συμβουλή μου πριν καθίσετε να τη δείτε είναι πλέον γνωστή: Αποφύγετε το trailer! Δυστυχώς, τα κινηματογραφικά trailers στις μέρες μας έχουν φτάσει στο σημείο να αποκαλύπτουν σχεδόν ολόκληρη την ταινία. Και το λέω εγώ που έχω συγκεντρώσει trailers και άλλα σχετικά videos μέσα στο Playview. Προσωπικά, σπάνια τα παρακολουθώ όταν πρόκειται για ταινίες που θέλω πραγματικά να δω.
Το The Covenant είναι μια ταινία που αξίζει τον χρόνο σας. Όχι μόνο για τη δράση της, αλλά κυρίως για την ιστορία που επιλέγει να αφηγηθεί και το πραγματικό δράμα που κρύβεται πίσω από αυτή. Μια ιστορία για την εμπιστοσύνη, την αφοσίωση και τις υποσχέσεις που δεν πρέπει να ξεχνάμε, ακόμη κι όταν τελειώσει ένας πόλεμος.
Και ίσως αυτό είναι που μένει περισσότερο όταν πέσουν οι τίτλοι τέλους. Δεν έχει σημασία μόνο ποιος πολέμησε δίπλα σου, αλλά και ποιος θυμήθηκε την υπόσχεσή του όταν όλα τελείωσαν.




