05
ΣΕΠ
2026

Ένας όχι τόσο καλός, ένας όχι τόσο κακός και ναι ένας άσχημος!

Ο Καλός είναι ο Blondie, τον οποίο υποδύεται ο Clint Eastwood, ο Κακός είναι ο Angel Eyes του Lee van Cleef και ο Άσχημος είναι ο Tuco του Eli Wallach. Και κάπως έτσι, με τρεις χαρακτήρες που περιγράφονται σχεδόν απόλυτα από μία μόνο λέξη, ο Sergio Leone δημιούργησε το 1966 μία από τις σημαντικότερες ταινίες όχι μόνο του western, αλλά ολόκληρου του κινηματογράφου.

Το The Good, the Bad and the Ugly είναι η τρίτη και τελευταία ταινία (θα βάλω και τις άλλες 2) της λεγόμενης Dollars Trilogy, μετά τα A Fistful of Dollars και For a Few Dollars More, με τον Clint Eastwood να επιστρέφει στον ρόλο που έχει πλέον συνδεθεί απόλυτα μαζί του. Η ιστορία τοποθετείται στον Αμερικανικό Εμφύλιο και ακολουθεί τρεις άντρες που αναζητούν έναν κρυμμένο θησαυρό, με τον Blondie και τον Tuco να αναγκάζονται να συνεργαστούν, ενώ ο Angel Eyes κινείται παράλληλα με μοναδικό στόχο να φτάσει πρώτος στον χρυσό. Η ταινία ολοκλήρωσε ουσιαστικά αυτό που έγινε γνωστό ως η τριλογία του «Man with No Name», αν και, όπως έχει επισημάνει και ο Roger Ebert, το όνομα αυτό ήταν περισσότερο δημιούργημα του marketing παρά μία πραγματική συνέχεια του ίδιου χαρακτήρα, αφού ο Eastwood αποκαλείται Joe στην πρώτη ταινία, Manco στη δεύτερη και Blondie στην τρίτη.

Και μιας και μιλάμε για τους τρεις βασικούς χαρακτήρες, υπάρχει μία μικρή λεπτομέρεια που έχει ενδιαφέρον. Ο Angel Eyes ήταν γνωστός ως Sentenza στην ιταλική εκδοχή της ταινίας, ενώ το όνομα Angel Eyes αποδίδεται στον Clint Eastwood, ο οποίος το χρησιμοποίησε για τον χαρακτήρα του Lee Van Cleef, συνδέοντάς το με την εμφάνισή του και τη σκοπευτική του ικανότητα.

Μία ταινία που μεγάλωσε τον Sergio Leone

Ο Leone είχε πλέον πολύ μεγαλύτερη ελευθερία σε σχέση με τις δύο προηγούμενες ταινίες και αυτό φαίνεται παντού. Το budget έφτασε περίπου τα 1,2 εκατομμύρια δολάρια, ποσό αρκετά μεγαλύτερο από εκείνο των προηγούμενων ταινιών της τριλογίας, ενώ τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν κυρίως στην Ισπανία, με τα ισπανικά τοπία να μετατρέπονται στα χέρια του Leone σε μία δική του, σχεδόν μυθική εκδοχή της αμερικανικής Δύσης.

Και αυτό είναι ίσως το πρώτο πράγμα που με εντυπωσιάζει κάθε φορά που επιστρέφω στην ταινία. Δεν βλέπεις απλώς ένα western. Βλέπεις Sergio Leone. Οι τεράστιες εκτάσεις, τα ακραία κοντινά πλάνα στα πρόσωπα, οι ατελείωτες σιωπές, οι χαρακτήρες που μπορούν να κοιτάζονται για αρκετά δευτερόλεπτα χωρίς να χρειάζεται να πουν τίποτα και η αίσθηση ότι κάθε σκηνή έχει σχεδιαστεί σαν πίνακας ζωγραφικής δημιουργούν έναν κόσμο που δεν προσπαθεί να είναι ρεαλιστικός. Προσπαθεί να είναι κινηματογραφικός και το πετυχαίνει σε σημείο που ελάχιστοι σκηνοθέτες έχουν καταφέρει.

Αυτό φαίνεται ακόμα και στον τρόπο με τον οποίο ο Leone αντιμετωπίζει τον χώρο. Ο Roger Ebert, ο σπουδαίος Αμερικανός κινηματογραφικός κριτικός του Chicago Sun-Times, ο οποίος κέρδισε το Pulitzer για την κριτική κινηματογράφου το 1975, είχε παρατηρήσει εκ των υστέρων ότι ο Leone δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την πρακτική γεωγραφία μιας σκηνής. Αυτό που βλέπει η κάμερα είναι αυτό που επιτρέπεται να γνωρίζει και ο θεατής, και έτσι ο σκηνοθέτης μπορεί να δημιουργεί συνεχώς εκπλήξεις μέσα από το κάδρο.

Και κάπου εδώ καταλαβαίνω απόλυτα γιατί αυτή η ταινία άντεξε τόσο πολύ στον χρόνο.

Τελικά, ήταν και εμπορική ταινιάρα

Για μία ταινία που σήμερα θεωρούμε αυτονόητα κλασική, είναι εύκολο να ξεχνάμε ότι εκείνη την εποχή δεν αντιμετωπίστηκε εξαρχής ως αριστούργημα. Εμπορικά, πάντως, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι ο Leone είχε βρει χρυσάφι και πριν βρει τον χρυσό της ιστορίας. Με budget περίπου 1,2 εκατομμύρια δολάρια, η ταινία απέφερε περίπου 25,1 εκατομμύρια δολάρια στις ΗΠΑ και τον Καναδά, ενώ οι καταγραφές των εισπράξεων διαφέρουν ανάλογα με τις αγορές και τις επανεκδόσεις. Στην Ιταλία μόνο καταγράφονται περίπου 11,3 εκατομμύρια εισιτήρια.

Μιλάμε λοιπόν για τεράστια εμπορική επιτυχία για την εποχή, ειδικά αν αναλογιστούμε ότι συνέβαινε σε μία περίοδο κατά την οποία πολλά αμερικανικά western αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα στα ταμεία. Τα spaghetti western του Leone είχαν καταφέρει κάτι που τότε φαινόταν σχεδόν παράδοξο: να πάρουν ένα είδος που θεωρούνταν βαθιά αμερικανικό και να το ξαναφτιάξουν από την αρχή στην Ιταλία και την Ισπανία.

Και κάπου εδώ γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρον το γεγονός ότι οι κριτικοί της εποχής δεν ήταν καθόλου τόσο ενθουσιασμένοι όσο το κοινό.

Οι κριτικοί τότε δεν έβλεπαν αυτό που βλέπουμε σήμερα

Σήμερα το The Good, the Bad and the Ugly θεωρείται σχεδόν καθολικά ένα από τα κορυφαία western όλων των εποχών. Όταν όμως κυκλοφόρησε, υπήρχαν κριτικοί που πραγματικά δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι έβλεπαν. Η Renata Adler των New York Times ήταν ιδιαίτερα σκληρή, ενώ ο Charles Champlin των Los Angeles Times έφτασε να κάνει λογοπαίγνιο με τον τίτλο, χαρακτηρίζοντάς την ουσιαστικά «The Bad, the Dull, and the Interminable». Οι επιθέσεις αφορούσαν κυρίως τη βία, την υπερβολή, τη διάρκεια και φυσικά το γεγονός ότι επρόκειτο για ένα «spaghetti western».

Μου φαίνεται απίστευτο, αλλά έτσι αντιμετωπίστηκε τότε από αρκετούς «ειδικούς».

Και ίσως το καλύτερο παράδειγμα είναι ο Roger Ebert. Στην αρχική του κριτική το 1968 έδωσε στην ταινία τρία αστέρια και, παρότι αναγνώριζε ότι είχε εξαιρετικές σκηνές και ότι οι ταινίες της τριλογίας ήταν τεράστιες επιτυχίες, θεωρούσε ότι το The Good, the Bad and the Ugly ήταν περίπου τριάντα λεπτά μεγαλύτερο απ' όσο χρειαζόταν.

Χρόνια αργότερα, όμως, ο ίδιος ο Ebert έκανε κάτι που λίγοι κριτικοί είναι πρόθυμοι να κάνουν: παραδέχτηκε ότι είχε κάνει λάθος. Κοιτάζοντας ξανά την παλιά του κριτική, έγραψε ότι ουσιαστικά είχε περιγράψει μία ταινία τεσσάρων αστέρων αλλά της έδωσε τρία, πιθανότατα επειδή στο μυαλό του μία «spaghetti western» δεν μπορούσε να είναι τέχνη. Αργότερα την ενέταξε κανονικά στη σειρά Great Movies.

Και αυτό για μένα λέει πάρα πολλά.

Τα τρία αρνητικά που μπορώ να δεχτώ

Δεν θα προσπαθήσω να παρουσιάσω την ταινία σαν να είναι τέλεια σε κάθε επίπεδο, γιατί δεν χρειάζεται. Το πρώτο πράγμα που καταλαβαίνω απόλυτα ότι μπορεί να ξενίσει είναι η διάρκεια. Η έκδοση που γνωρίζουμε σήμερα βρίσκεται περίπου στα 161 λεπτά, ενώ έχουν υπάρξει και διαφορετικές εκδόσεις με διαφορετικό μοντάζ. Προσωπικά όμως δεν είχα κανένα πρόβλημα με τη διάρκειά της. Αντίθετα, θεωρώ ότι μεγάλο μέρος της γοητείας της βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι ο Leone δεν φοβάται να αφήσει μία σκηνή να εξελιχθεί με τον δικό της ρυθμό.

Το δεύτερο είναι ότι ο Leone πραγματικά δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το αν όλα είναι πρακτικά ή απολύτως πιθανά. Ο χώρος γύρω από τους χαρακτήρες, η γεωγραφία των σκηνών και πολλές από τις υπερβολές υπάρχουν για να υπηρετήσουν τη δική του κινηματογραφική γλώσσα. Και εδώ όμως, προσωπικά, δεν μπορώ να συμφωνήσω με την αυστηρότητα ορισμένων κριτικών. Δεν βλέπεις το The Good, the Bad and the Ugly περιμένοντας μία ρεαλιστική αναπαράσταση της Άγριας Δύσης. Το βλέπεις ως Sergio Leone. Και αυτό αλλάζει τα πάντα.

Το τρίτο είναι φυσικά η βία. Η ταινία είναι βίαιη, αλλά εμένα η βία της μου φάνηκε περισσότερο καρτουνίστικη και υπερβολική παρά πραγματικά σοκαριστική. Ακόμα και σήμερα δυσκολεύομαι να καταλάβω γιατί αυτό θεωρήθηκε τόσο μεγάλο πρόβλημα. Η ταινία δεν προσπαθεί να σου πει «έτσι ακριβώς ήταν η ζωή στην Άγρια Δύση». Παίρνει τη βία, τη μεγαλώνει και την κάνει μέρος της δικής της μυθολογίας.

Και μετά ακούγεται ο Ennio Morricone

Και εδώ, πραγματικά, μιλάμε για ογκόλιθο.

Ο Ennio Morricone δεν έγραψε απλώς ένα soundtrack για το The Good, the Bad and the Ugly. Έγραψε ένα κομμάτι της ίδιας της κινηματογραφικής του ταυτότητας. Υπάρχουν ταινίες στις οποίες η μουσική συνοδεύει την εικόνα και υπάρχουν ταινίες όπου η μουσική και η εικόνα μοιάζουν να έχουν δημιουργηθεί μαζί. Εδώ ανήκουμε ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.

Και το The Ecstasy of Gold είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η μουσική δεν περιμένει απλώς να συμβεί κάτι για να το συνοδεύσει. Δημιουργεί από μόνη της την ένταση, μεγαλώνει την αγωνία και μετατρέπει την αναζήτηση του Tuco σε κάτι σχεδόν μυθικό. Ο Morricone είχε έναν μοναδικό τρόπο να κάνει ένα soundtrack να μοιάζει σαν να υπήρχε πάντα μέσα στην ίδια την ταινία.

Για τον Morricone διάβασε αναλυτικά το προφίλ που έχω βάλει εδώ στο playview.eu. Πάντως είναι γεγονός πως αν υπάρχει μία ταινία που αποδεικνύει πόσο σημαντικός μπορεί να γίνει ένας συνθέτης για την ταυτότητα ενός κινηματογραφικού έργου, αυτή είναι σίγουρα μία από τις κορυφαίες περιπτώσεις.

Και επειδή μιλάμε για Leone, τα γυρίσματα δεν μπορούσαν να είναι φυσιολογικά

Ένα από τα πιο απίθανα περιστατικά αφορά τη διάσημη ανατίναξη της γέφυρας. Η γέφυρα ανατινάχθηκε κατά λάθος πριν ξεκινήσουν οι κάμερες, όταν ένα μέλος του ισπανικού στρατού παρεξήγησε ένα μήνυμα που ακούστηκε μέσω ασυρμάτου και έδωσε την εντολή να προχωρήσει η έκρηξη. Το αποτέλεσμα ήταν ο Leone να χάσει το πλάνο που ήθελε, αλλά τελικά ο ισπανικός στρατός ξαναέφτιαξε τη γέφυρα ώστε να μπορέσουν να γυρίσουν κανονικά τη σκηνή. Και, σαν να μην έφτανε αυτό, η συμφωνία περιλάμβανε την επιστροφή στη δουλειά του μέλους του συνεργείου που είχε απολυθεί μετά το περιστατικό.

Ο Eli Wallach είχε επίσης ένα πολύ πιο επικίνδυνο περιστατικό, καθώς παραλίγο να δηλητηριαστεί όταν ήπιε κατά λάθος οξύ που είχε τοποθετηθεί σε μπουκάλι αναψυκτικού. Το οξύ χρησιμοποιούνταν για να καταστρέψει τις σακούλες με τα νομίσματα και να ανοίγουν πιο εύκολα στη σκηνή με τον χρυσό.

Και υπάρχει ένα trivia που, για μένα, είναι τόσο Sergio Leone όσο τίποτα άλλο στην ταινία: ο σκελετός που βλέπει ο Tuco μέσα σε ένα από τα φέρετρα στο Sad Hill Cemetery ήταν πραγματικός ανθρώπινος σκελετός. Σύμφωνα με το trivia της ταινίας, προερχόταν από Ισπανίδα ηθοποιό, η οποία είχε αφήσει στη διαθήκη της την επιθυμία να συνεχίσει να «παίζει» ακόμα και μετά τον θάνατό της.

Τι πραγματικά σημαίνει «Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος»;

Spoilers από εδώ και κάτω.

Ο Tuco γνωρίζει ότι ο χρυσός είναι θαμμένος στο Sad Hill Cemetery, ενώ ο Blondie γνωρίζει το όνομα του τάφου, Arch Stanton. Ο ένας χρειάζεται τον άλλον και αυτή η σχέση είναι που οδηγεί τελικά και τους τρεις στο νεκροταφείο.

Εκεί ο Leone μας χαρίζει μία από τις πιο εμβληματικές σκηνές στην ιστορία του κινηματογράφου. Οι τρεις άντρες στέκονται απέναντι ο ένας στον άλλον, η κάμερα περνάει από τα πρόσωπά τους, τα μάτια τους, τα όπλα τους και το τεράστιο νεκροταφείο γύρω τους, ενώ η μουσική του Morricone ανεβάζει την ένταση μέχρι το σημείο που πλέον δεν χρειάζεται σχεδόν κανένας διάλογος. Ο Angel Eyes πιστεύει ότι έχει όλες τις πληροφορίες που χρειάζεται, αλλά ο Blondie έχει κρατήσει το τελευταίο κομμάτι του παζλ για τον εαυτό του. Όταν έρχεται η στιγμή της μονομαχίας, ο Angel Eyes βρίσκεται απέναντι στους δύο και τελικά ο Blondie τον σκοτώνει.

Η μεγάλη ανατροπή είναι ότι ο χρυσός δεν βρίσκεται στον τάφο που περιμένει ο Tuco. Ο Blondie είχε κρατήσει κρυφό το πραγματικό όνομα και αποκαλύπτει ότι ο θησαυρός βρίσκεται στον διπλανό τάφο. Για ακόμη μία φορά, ο Blondie είχε καταφέρει να είναι ένα βήμα μπροστά από όλους.

Και μετά έρχεται το τέλος που, για μένα, εξηγεί καλύτερα από οτιδήποτε άλλο ολόκληρο τον τίτλο της ταινίας. Ο Blondie παίρνει το μισό χρυσάφι και αφήνει τον Tuco κρεμασμένο. Δεν τον αφήνει όμως να πεθάνει. Από απόσταση πυροβολεί το σκοινί, τον απελευθερώνει και του δίνει το δικό του μερίδιο, πριν απομακρυνθεί αφήνοντάς τον να ουρλιάζει και να τον βρίζει.

Εδώ βρίσκεται για μένα και το πραγματικό μυστικό της ταινίας.

Ο Blondie δεν είναι πραγματικά «ο Καλός», τουλάχιστον όχι με την κλασική έννοια του καλού ανθρώπου. Είναι απλώς ο λιγότερο κακός από τους τρεις. Ο Tuco είναι απατεώνας, εγκληματίας και εγωιστής, αλλά ταυτόχρονα έχει χιούμορ, συναίσθημα και μία ανθρώπινη πλευρά που ο Angel Eyes δεν διαθέτει σχεδόν καθόλου. Ο Angel Eyes είναι ο πραγματικός ψυχρός θηρευτής, ένας άνθρωπος που σκοτώνει χωρίς δεύτερη σκέψη όταν αυτό τον εξυπηρετεί. Και ανάμεσά τους βρίσκεται ο Blondie, ένας άνθρωπος που ενδιαφέρεται πρωτίστως για τον εαυτό του, αλλά διαθέτει αρκετή συνείδηση ώστε να μην γίνει σαν τον Angel Eyes.

Οπότε, στην πραγματικότητα, δεν μιλάμε για έναν καλό άνθρωπο, έναν κακό άνθρωπο και έναν άνθρωπο που έτυχε να είναι άσχημος.

Μιλάμε για τρεις διαφορετικές εκδοχές του ίδιου σκληρού κόσμου.

Και ίσως γι' αυτό ο τίτλος παραμένει τόσο τέλειος ακόμα και σήμερα. Γιατί όσο περισσότερο κοιτάς τους τρεις χαρακτήρες, τόσο περισσότερο καταλαβαίνεις ότι τα όρια ανάμεσα στο καλό και το κακό δεν είναι τόσο ξεκάθαρα όσο νομίζεις.

Και κάπου εκεί, με τη μουσική του Morricone να έχει ήδη μείνει στο κεφάλι σου, τον Eastwood να απομακρύνεται και τον Tuco να συνεχίζει να βρίζει από πίσω, καταλαβαίνεις γιατί αυτή η ταινία δεν έγινε απλώς ένα κλασικό western.

Έγινε κινηματογραφικός μύθος.

Ο Blondie δεν είναι πραγματικά «ο Καλός», τουλάχιστον όχι με την κλασική έννοια του καλού ανθρώπου. Είναι απλώς ο λιγότερο κακός από τους τρεις. Ο Tuco είναι απατεώνας, εγκληματίας και εγωιστής, αλλά ταυτόχρονα έχει χιούμορ, συναίσθημα και μία ανθρώπινη πλευρά που ο Angel Eyes δεν διαθέτει σχεδόν καθόλου. Ο Angel Eyes είναι ο πραγματικός ψυχρός θηρευτής, ένας άνθρωπος που σκοτώνει χωρίς δεύτερη σκέψη όταν αυτό τον εξυπηρετεί. Και ανάμεσά τους βρίσκεται ο Blondie, ένας άνθρωπος που ενδιαφέρεται πρωτίστως για τον εαυτό του, αλλά διαθέτει αρκετή συνείδηση ώστε να μην γίνει σαν τον Angel Eyes.

Οπότε, στην πραγματικότητα, δεν μιλάμε για έναν καλό άνθρωπο, έναν κακό άνθρωπο και έναν άνθρωπο που έτυχε να είναι άσχημος.

Μιλάμε για τρεις διαφορετικές εκδοχές του ίδιου σκληρού κόσμου.