The Precinct
Μπορεί όλοι οι gamers να περιμένουν με ανυπομονησία την κυκλοφορία του Grand Theft Auto VI, που εκτός απροόπτου θα φτάσει μέσα στο 2026, όμως η ιστορία της σειράς ξεκίνησε πολύ πιο πίσω, το μακρινό πλέον 1997, όταν η DMA Design κυκλοφόρησε το πρώτο Grand Theft Auto
Μπορεί όλοι οι gamers να περιμένουν με ανυπομονησία την κυκλοφορία του Grand Theft Auto VI, που εκτός απροόπτου θα φτάσει μέσα στο 2026, όμως η ιστορία της σειράς ξεκίνησε πολύ πιο πίσω, το μακρινό πλέον 1997, όταν η DMA Design κυκλοφόρησε το πρώτο Grand Theft Auto. Ήταν ένα παιχνίδι που έγραψε ιστορία και έβαλε τα θεμέλια για αυτό που σήμερα αποτελεί ένα από τα πιο επιτυχημένα franchises στην ιστορία του gaming.
Φυσικά, ήμουν από εκείνους που το είχαν παίξει τότε στο MS-DOS και, όσο περίεργο κι αν ακούγεται, το The Precinct μού ξύπνησε αμέσως αυτές τις αναμνήσεις. Όχι επειδή προσπαθεί να αντιγράψει το GTA, αλλά επειδή χρησιμοποιεί την ίδια ισομετρική οπτική και αποπνέει εκείνο το γνώριμο old-school συναίσθημα, μόνο που αυτή τη φορά βρίσκεσαι στην απέναντι πλευρά του νόμου.
Αντί να σκορπάς το χάος στους δρόμους, φοράς τη στολή του αστυνομικού — ή αλλιώς το «στρουμφάκι», όπως συνηθίζαμε να λέμε παλιά — και προσπαθείς να βάλεις τάξη στην πόλη. Τα γραφικά, φυσικά, δεν έχουν καμία σχέση με εκείνα του 1997. Έχουν περάσει σχεδόν τρεις δεκαετίες και η διαφορά είναι χαοτική, όμως η αίσθηση του παιχνιδιού καταφέρνει να σε ταξιδέψει πίσω στον χρόνο.
Το μεγαλύτερο μειονέκτημά του, πάντως, είναι η επανάληψη. Μετά από αρκετές ώρες, τα περιστατικά αρχίζουν να ανακυκλώνονται και η αίσθηση της έκπληξης μειώνεται. Δεν γίνεται κουραστικό, αλλά παύει να σε εκπλήσσει όπως στις πρώτες ώρες.
Η κεντρική ιστορία είναι ενδιαφέρουσα και καταφέρνει να κρατήσει το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος, ενώ γενικότερα υπάρχει αρκετό περιεχόμενο για να σε απασχολήσει για πολλές ώρες. Το The Precinct δεν προσπαθεί να γίνει το νέο GTA· προσπαθεί να προσφέρει μια διαφορετική οπτική σε ένα είδος που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε μόνο από την πλευρά του εγκληματία, και σε μεγάλο βαθμό τα καταφέρνει.
Αν έχω μία συμβουλή να δώσω, είναι μία: παίξτε το με gamepad. Μπορεί να παίζεται και με πληκτρολόγιο και ποντίκι, όμως ο χειρισμός με χειριστήριο ταιριάζει πολύ περισσότερο στη φιλοσοφία του παιχνιδιού και κάνει τις καταδιώξεις, την οδήγηση και συνολικά όλη την εμπειρία αισθητά πιο απολαυστική.
Καθ' όλη τη διάρκεια της ιστορίας, ο Nick προσπαθεί να αποκαλύψει την αλήθεια πίσω από τη δολοφονία του πατέρα του και να εξαρθρώσει τα κυκλώματα διαφθοράς που έχουν διεισδύσει βαθιά στην Averno City.
Στο φινάλε αποκαλύπτεται πως η διαφθορά δεν περιορίζεται στους δρόμους, αλλά έχει φτάσει μέχρι τους ίδιους τους θεσμούς που υποτίθεται ότι προστατεύουν την πόλη. Ο παίκτης καλείται να πάρει μια καθοριστική απόφαση σχετικά με τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει συγκεντρώσει.
Ανάλογα με την επιλογή του, το παιχνίδι οδηγείται σε διαφορετική κατάληξη. Στη μία εκδοχή, ο Nick επιλέγει να αποκαλύψει την αλήθεια, τιμώντας τη μνήμη του πατέρα του και θέτοντας τη δικαιοσύνη πάνω από το προσωπικό κόστος. Στην άλλη, επιλέγει να καταστρέψει τα στοιχεία, διατηρώντας το διεφθαρμένο σύστημα και συμβιβαζόμενος με αυτό που πολεμούσε.
Δεν πρόκειται για ένα φινάλε που βασίζεται σε μια εντυπωσιακή ανατροπή, αλλά σε ένα ηθικό δίλημμα που σε κάνει να αναρωτηθείς αν η δικαιοσύνη αξίζει οποιοδήποτε προσωπικό τίμημα.
Αυτό που απόλαυσα περισσότερο ήταν οι καταδιώξεις. Κάθε περιστατικό μπορούσε να εξελιχθεί εντελώς διαφορετικά, δημιουργώντας αυθόρμητες κινηματογραφικές στιγμές που δεν έμοιαζαν καθόλου προσχεδιασμένες. Είναι από εκείνες τις στιγμές που κάνουν κάθε βάρδια να αποκτά τη δική της ιστορία.




