Τελικά υπήρχε ο Keyser Söze;
Όταν κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 1995, το The Usual Suspects δεν ήταν εξαρχής μια τεράστια εμπορική παραγωγή. Η προώθησή του βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στο ερώτημα «Who is Keyser Söze?», δημιουργώντας μυστήριο γύρω από έναν χαρακτήρα που έγινε συνώνυμο του αόρατου, σχεδόν μυθικού εγκληματία.
Αγαπημένη ταινία, που σίγουρα ένας στην παρέα θα σας έχει πει «έλα μωρέ, ήταν ξεκάθαρο τι συμβαίνει από την αρχή του» (είναι παντού αυτοί οι τύποι), αλλά σίγουρα σε πολλούς από εμάς η έκπληξη ήταν τρομερή! Το The Usual Suspects είναι από εκείνες τις ταινίες που δεν χρειάζονται εντυπωσιακά εφέ, τεράστια σκηνικά ή ασταμάτητη δράση για να αφήσουν το αποτύπωμά τους. Χρειάζονται ένα έξυπνο σενάριο, εξαιρετικούς ηθοποιούς και έναν σκηνοθέτη που ξέρει πώς να παίξει με την αντίληψή σου. Και το 1995, ο Bryan Singer μαζί με τον σεναριογράφο Christopher McQuarrie δημιούργησαν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αστυνομικά θρίλερ των 90s.
Η ιστορία ξεκινά μετά από μια αιματηρή έκρηξη σε πλοίο στο λιμάνι του San Pedro, με τον πράκτορα Dave Kujan να προσπαθεί να ανασυνθέσει τα γεγονότα μέσα από την αφήγηση του Roger «Verbal» Kint, ενός μικροκακοποιού που φαίνεται να γνωρίζει περισσότερα απ’ όσα αποκαλύπτει. Σταδιακά ξετυλίγεται η ιστορία πέντε εγκληματιών, μιας επικίνδυνης επιχείρησης και ενός ονόματος που προκαλεί φόβο στον υπόκοσμο: Keyser Söze. Το μεγάλο πλεονέκτημα της ταινίας είναι πως σε κάνει να πιστεύεις ότι παρακολουθείς τα κομμάτια ενός παζλ, ενώ στην πραγματικότητα δεν είσαι ποτέ απόλυτα σίγουρος ποιος κρατάει το κουτί με την εικόνα.
Ο Christopher McQuarrie κέρδισε το Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου για την ταινία, ενώ ο Kevin Spacey απέσπασε το Όσκαρ Β΄ Ανδρικού Ρόλου για την ερμηνεία του ως Verbal Kint. Η επιτυχία της ταινίας βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στη δύναμη του σεναρίου και στη χημεία ενός εξαιρετικού καστ, στο οποίο συναντάμε επίσης τους Gabriel Byrne, Chazz Palminteri, Benicio del Toro, Stephen Baldwin, Kevin Pollak και Pete Postlethwaite.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της παραγωγής είναι πως ο John Ottman ανέλαβε τόσο το μοντάζ όσο και τη μουσική. Η δουλειά του στο μοντάζ είναι καθοριστική, καθώς η ιστορία μετακινείται συνεχώς ανάμεσα στην ανάκριση και στα γεγονότα που αφηγείται ο Verbal, δημιουργώντας μια αίσθηση ότι όλα συνδέονται με απόλυτη ακρίβεια. Το δύσκολο δεν είναι απλώς να κρύψεις την αλήθεια από τον θεατή, αλλά να του παρουσιάσεις μια εκδοχή της που να μοιάζει πειστική.
Και υπάρχει ακόμη ένα έξυπνο παιχνίδι: ο τίτλος της ταινίας παραπέμπει στους «συνήθεις υπόπτους», όμως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος διέπραξε το έγκλημα. Είναι ποιος ελέγχει την ιστορία που ακούμε και πόσο εύκολα δεχόμαστε ως αληθινά όσα βλέπουμε στην οθόνη. Αυτή είναι και η δύναμη της ταινίας: σε κάνει συμμέτοχο στην εξαπάτηση, χωρίς να χρειάζεται να σου πει ότι εξαπατήθηκες.
Όταν κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 1995, το The Usual Suspects δεν ήταν εξαρχής μια τεράστια εμπορική παραγωγή. Η προώθησή του βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στο ερώτημα «Who is Keyser Söze?», δημιουργώντας μυστήριο γύρω από έναν χαρακτήρα που έγινε συνώνυμο του αόρατου, σχεδόν μυθικού εγκληματία. Η ταινία συγκέντρωσε περίπου 23,3 εκατομμύρια δολάρια στη Βόρεια Αμερική, ένα αποτέλεσμα που αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν αναλογιστούμε ότι επρόκειτο για ένα σχετικά χαμηλού προϋπολογισμού θρίλερ, χωρίς την εμπορική δύναμη ενός μεγάλου blockbuster.
Η κριτική υποδοχή ήταν σε γενικές γραμμές θετική, αν και όχι ομόφωνη. Σήμερα, το Rotten Tomatoes καταγράφει 87% θετικές κριτικές, ενώ στο Metacritic η ταινία έχει βαθμολογία 76/100. Ο Roger Ebert, ωστόσο, ήταν από τους πιο γνωστούς επικριτές της, θεωρώντας ότι η ιστορία επένδυε υπερβολικά στην ανατροπή εις βάρος της ουσιαστικής ανάπτυξης των χαρακτήρων. Αυτή η διαφωνία έχει ενδιαφέρον ακόμη και σήμερα: για κάποιους η ταινία είναι ένα αριστοτεχνικό παιχνίδι εξαπάτησης, ενώ για άλλους το μεγάλο της κόλπο επισκιάζει όσα προηγούνται.
Η ιστορία, πάντως, δικαίωσε τη θέση της στον κινηματογραφικό κανόνα. Τα δύο Όσκαρ του 1996, για τον Kevin Spacey και τον Christopher McQuarrie, επιβεβαίωσαν την επιτυχία της, ενώ η επιρροή της στη σύγχρονη αστυνομική αφήγηση παραμένει εμφανής. Η ταινία δεν έγινε θρυλική επειδή απλώς έκρυβε μια ανατροπή, αλλά επειδή κατάφερε να μετατρέψει την ίδια την αφήγηση σε όπλο.
Για μένα, το The Usual Suspects είναι θρυλική ταινία. Όχι μόνο για το φινάλε της, αλλά για τον τρόπο που χτίζει την ατμόσφαιρά της, για τους χαρακτήρες της και για την υπομονή με την οποία σε οδηγεί προς μια αποκάλυψη που αλλάζει όσα νόμιζες ότι είχες καταλάβει. Ο Kevin Spacey δίνει μια ερμηνεία που ισορροπεί ανάμεσα στην ευαλωτότητα και στην αμφιβολία, ενώ ο Chazz Palminteri λειτουργεί ιδανικά ως ο άνθρωπος που πιστεύει ότι έχει τον έλεγχο της ανάκρισης. Το υπόλοιπο καστ συμπληρώνει ένα σύνολο που κάνει κάθε συζήτηση, κάθε βλέμμα και κάθε μικρή λεπτομέρεια να μοιάζει σημαντική.
Αυτό που εκτιμώ περισσότερο είναι πως η ταινία δεν σε αντιμετωπίζει ως παθητικό θεατή. Σε προκαλεί να παρατηρείς, να υποψιάζεσαι και να φτιάχνεις τις δικές σου θεωρίες. Και ακόμη κι αν κάποιος υποστηρίζει ότι είχε καταλάβει τα πάντα από την αρχή, υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο να μαντέψεις μια ανατροπή και στο να έχεις πραγματικά αντιληφθεί τον τρόπο με τον οποίο το σενάριο σε οδήγησε εκεί. Άλλωστε, η αξία μιας καλής ανατροπής δεν βρίσκεται μόνο στο αν σε αιφνιδίασε, αλλά και στο αν σε κάνει να θέλεις να ξαναδείς την ταινία με διαφορετική ματιά.
Το The Usual Suspects παραμένει ένα από τα καλύτερα παραδείγματα του πώς μια έξυπνη ιστορία μπορεί να ξεπεράσει τα όρια της εποχής της. Είναι σκοτεινό, καλοστημένο, γεμάτο χαρακτήρες που δεν μπορείς να εμπιστευτείς και με ένα τέλος που έχει περάσει πλέον στην κινηματογραφική ιστορία. Κι αν υπάρχει ένας τίτλος που αξίζει να επιστρέφεις σε αυτόν, γνωρίζοντας ότι αυτή τη φορά θα παρατηρήσεις διαφορετικά πράγματα, είναι σίγουρα αυτός..
Το The Usual Suspects παραμένει ένα από τα καλύτερα παραδείγματα του πώς μια έξυπνη ιστορία μπορεί να ξεπεράσει τα όρια της εποχής της. Είναι σκοτεινό, καλοστημένο, γεμάτο χαρακτήρες που δεν μπορείς να εμπιστευτείς και με ένα τέλος που έχει περάσει πλέον στην κινηματογραφική ιστορία. Κι αν υπάρχει ένας τίτλος που αξίζει να επιστρέφεις σε αυτόν, γνωρίζοντας ότι αυτή τη φορά θα παρατηρήσεις διαφορετικά πράγματα, είναι σίγουρα αυτός.



