21
ΟΚΤ
2026

S01 - Όταν η αγάπη γίνεται ο τελευταίος λόγος να παραμείνεις άνθρωπος

Κοιτάζοντας συνολικά την πρώτη σεζόν, θεωρώ πως το The Last of Us κατάφερε να μεταφέρει στην τηλεόραση ένα από τα πιο δυνατά συναισθηματικά ταξίδια στην ιστορία των βιντεοπαιχνιδιών. Η σειρά δεν στηρίζεται μόνο στην εντυπωσιακή παραγωγή ή στην αναγνωρισιμότητα του τίτλου. Στηρίζεται κυρίως στους χαρακτήρες της και στις αποφάσεις που παίρνουν όταν δεν υπάρχει πλέον κάποιος κανόνας να τους προστατεύσει από τις συνέπειες.

Όταν άκουσα για πρώτη φορά πως το αγαπημένο μου The Last of Us θα μεταφερόταν στην τηλεόραση, το πρώτο ερώτημα που μου ήρθε στο μυαλό ήταν ένα: ποια θα υποδυθεί την Ellie; Για τον Joel, η αλήθεια είναι πως, πέρα από τον Hugh Jackman, που θεωρούσα ιδανική επιλογή, ο Pedro Pascal βρισκόταν σίγουρα ανάμεσα στις πρώτες μου προτιμήσεις. Όταν, λοιπόν, ανακοινώθηκαν τελικά οι πρωταγωνιστές, η επιλογή της Bella Ramsey για τον ρόλο της Ellie προκάλεσε πολλές συζητήσεις, ιδιαίτερα ανάμεσα στους fans του παιχνιδιού.

Δύο σεζόν αργότερα, έχοντας πλέον δει και τα πρώτα δεκαέξι επεισόδια της τηλεοπτικής μεταφοράς, εξακολουθώ να μην είμαι απόλυτα βέβαιος πως η Bella Ramsey ήταν η καλύτερη δυνατή επιλογή για τον συγκεκριμένο χαρακτήρα. Αρχικά, τη θεωρούσα ακατάλληλη για τον ρόλο, κυρίως επειδή η εικόνα και η φυσιογνωμία της δεν ταίριαζαν με την Ellie που είχα γνωρίσει μέσα από το παιχνίδι. Στην πορεία, όμως, αναγνώρισα πως υπήρξαν στιγμές στις οποίες απέδωσε εξαιρετικά την ευφυΐα, τον θυμό, το χιούμορ και την ευαλωτότητα ενός κοριτσιού που αναγκάστηκε να μεγαλώσει σε έναν κόσμο όπου η παιδική ηλικία αποτελεί σχεδόν πολυτέλεια.

Από την άλλη πλευρά, η συμμετοχή του Neil Druckmann, δημιουργού του παιχνιδιού και ενός από τους ανθρώπους που καθόρισαν την ταυτότητα της Naughty Dog, ήταν για μένα ένα από τα σημαντικότερα εχέγγυα ποιότητας. Μαζί με τον Craig Mazin, τον άνθρωπο πίσω από το εξαιρετικό Chernobyl, δημιουργούσαν ένα δίδυμο που δύσκολα μπορούσε να αγνοήσει κανείς. Ο ένας γνώριζε βαθιά την ψυχή του αρχικού έργου, ενώ ο άλλος είχε ήδη αποδείξει πως μπορούσε να μετατρέψει μια τραγωδία σε καθηλωτική τηλεοπτική αφήγηση. Το ερώτημα ήταν αν θα κατάφερναν να μεταφέρουν στην οθόνη όχι απλώς τα γεγονότα του παιχνιδιού, αλλά εκείνο το συναίσθημα που σε ακολουθεί για χρόνια μετά τους τίτλους τέλους.

Και κάπου εδώ βρίσκεται η ουσία του The Last of Us. Δεν είναι απλώς μια ιστορία με μολυσμένους ανθρώπους, κατεστραμμένες πόλεις και μια αποστολή που μπορεί να σώσει την ανθρωπότητα. Είναι μια ιστορία για την απώλεια, την ενοχή, τη μοναξιά και την ανάγκη να βρεις ξανά κάποιον για τον οποίο αξίζει να συνεχίσεις να ζεις.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ

Η πρώτη σεζόν ξεκινά με έναν από τους πιο αποτελεσματικούς προλόγους που θα μπορούσε να ζητήσει κανείς από μια σειρά αυτού του είδους. Το 2003, η ζωή του Joel Miller ανατρέπεται μέσα σε λίγες ώρες, όταν μια μυκητιασική μόλυνση αρχίζει να εξαπλώνεται και η κοινωνία καταρρέει. Η προσπάθειά του να ξεφύγει μαζί με την κόρη του, Sarah, καταλήγει σε μια τραγωδία που θα καθορίσει κάθε απόφαση του χαρακτήρα για τα επόμενα είκοσι χρόνια.

Η ερμηνεία του Pedro Pascal σε αυτές τις πρώτες σκηνές είναι καθοριστική. Ο Joel δεν χρειάζεται να εξηγήσει τι έχασε ούτε να μας περιγράψει τον πόνο του. Η απελπισία του, η αδυναμία του να προστατεύσει το παιδί του και το σοκ μιας πραγματικότητας που καταρρέει μπροστά στα μάτια του αρκούν. Η Nico Parker, στον ρόλο της Sarah, έχει περιορισμένο χρόνο στην οθόνη, όμως η παρουσία της είναι τόσο ουσιαστική ώστε η απώλειά της να παραμένει αισθητή σε ολόκληρη τη σεζόν.

Είκοσι χρόνια αργότερα, ο Joel έχει μετατραπεί σε έναν σκληρό επιζώντα, ο οποίος ενδιαφέρεται περισσότερο για την καθημερινή επιβίωση παρά για οποιαδήποτε ιδέα σωτηρίας της ανθρωπότητας. Μαζί με την Tess, την οποία υποδύεται εξαιρετικά η Anna Torv, κινείται μέσα σε έναν κόσμο όπου η ανθρώπινη ζωή έχει χάσει μεγάλο μέρος της αξίας της. Οι ζώνες καραντίνας, οι στρατιωτικοί, οι αντάρτες των Fireflies και οι άνθρωποι που έχουν εγκαταλείψει κάθε έννοια ηθικής δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου κανείς δεν μπορεί να θεωρείται πραγματικά ασφαλής.

Η αποστολή που αναλαμβάνει ο Joel μοιάζει αρχικά με μια συνηθισμένη δουλειά λαθρεμπορίου. Πρέπει να μεταφέρει την Ellie έξω από τη ζώνη καραντίνας και να τη συνοδεύσει μέχρι τους Fireflies. Σύντομα, όμως, γίνεται σαφές πως το κορίτσι δεν είναι ένας ακόμη επιβάτης. Έχει επιβιώσει από δάγκωμα μολυσμένου χωρίς να παρουσιάσει τα αναμενόμενα συμπτώματα, γεγονός που την καθιστά ενδεχομένως το κλειδί για την ανάπτυξη μιας θεραπείας.

Το ταξίδι τους στις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελεί τον βασικό κορμό της σεζόν, όμως το πραγματικό ενδιαφέρον βρίσκεται στην αλλαγή της σχέσης τους. Η Ellie είναι αυθόρμητη, περίεργη, σαρκαστική και συχνά προκλητική. Ο Joel, αντίθετα, είναι κλειστός, καχύποπτος και αποφασισμένος να κρατήσει συναισθηματικές αποστάσεις. Εκείνη προσπαθεί συνεχώς να τον πλησιάσει, ενώ εκείνος αντιμετωπίζει τη σύνδεσή τους ως έναν κίνδυνο που πρέπει να περιορίσει.

Η πορεία τους, ωστόσο, δεν εξελίσσεται μέσα σε ένα ατελείωτο παιχνίδι καταδίωξης. Κάθε συνάντηση με άλλους επιζώντες αποκαλύπτει διαφορετικές πλευρές του κόσμου και διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι διαχειρίζονται την απώλεια. Κάποιοι επιλέγουν την απομόνωση, άλλοι δημιουργούν μικρές κοινότητες, ενώ ορισμένοι μετατρέπουν τον φόβο τους σε βία. Μέσα από αυτές τις ιστορίες, η σειρά εξετάζει διαρκώς το ίδιο ερώτημα: τι απομένει από τον άνθρωπο όταν οι κανόνες του πολιτισμού έχουν πάψει να υπάρχουν;

JOEL ΚΑΙ ELLIE — ΔΥΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ ΠΟΥ ΜΑΘΑΙΝΟΥΝ ΝΑ ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΝΤΑΙ ΞΑΝΑ

Για μένα, η μεγαλύτερη επιτυχία της πρώτης σεζόν βρίσκεται στην ανάπτυξη της σχέσης των δύο πρωταγωνιστών. Ο Joel δεν μετατρέπεται ξαφνικά σε έναν στοργικό πατέρα και η Ellie δεν παύει να είναι ένα δύσκολο, απρόβλεπτο παιδί. Η σύνδεσή τους χτίζεται μέσα από μικρές στιγμές, διαφωνίες, αστεία και καταστάσεις στις οποίες ο ένας αναγκάζεται να εμπιστευτεί τον άλλον.

Ο Pedro Pascal καταφέρνει να αποδώσει έναν άνθρωπο που έχει μάθει να επιβιώνει καταπιέζοντας οτιδήποτε θα μπορούσε να τον κάνει ευάλωτο. Η σιωπή του έχει συχνά μεγαλύτερη σημασία από τα λόγια του, ενώ οι αντιδράσεις του απέναντι στην Ellie αποκαλύπτουν σταδιακά πόσο βαθιά έχει θαφτεί μέσα του ο πατέρας που ήταν κάποτε. Η απώλεια της Sarah δεν αποτελεί απλώς ένα τραυματικό γεγονός του παρελθόντος. Είναι το φίλτρο μέσα από το οποίο αντιλαμβάνεται κάθε νέα ανθρώπινη σχέση.

Η Bella Ramsey, από την πλευρά της, έχει ένα δύσκολο έργο. Η Ellie του παιχνιδιού είναι ένας χαρακτήρας που οι παίκτες γνωρίζουν μέσα από δεκάδες ώρες περιπέτειας, με το χιούμορ, την επιθετικότητα και τις συναισθηματικές της αντιφάσεις να αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της προσωπικότητάς της. Η τηλεοπτική Ellie χρειάζεται να αποδώσει όλα αυτά χωρίς τη διαδραστικότητα του παιχνιδιού, βασιζόμενη αποκλειστικά στην ερμηνεία της.

Υπάρχουν στιγμές όπου η Ramsey με κέρδισε πραγματικά, ειδικά όταν η Ellie αφήνει να φανεί η παιδική της πλευρά ή όταν χρησιμοποιεί το χιούμορ για να αντιμετωπίσει τον φόβο. Άλλες φορές, η δική μου εικόνα για τον χαρακτήρα εξακολουθεί να δημιουργεί μια απόσταση. Η συζήτηση γύρω από το casting της δεν ήταν, επομένως, εντελώς αδικαιολόγητη. Είναι όμως σημαντικό να ξεχωρίζουμε το κατά πόσο ένας ηθοποιός μοιάζει με τον χαρακτήρα που γνωρίζουμε από το κατά πόσο μπορεί να μεταφέρει την ουσία του.

Και εδώ υπάρχει ένα ενδιαφέρον στοιχείο από το παρασκήνιο. Οι δημιουργοί εξέτασαν περισσότερες από εκατό υποψηφιότητες για την Ellie, με ηθοποιούς διαφορετικών ηλικιών, από παιδιά μέχρι γυναίκες στα είκοσί τους. Ο Mazin είχε ήδη γνωρίσει τη Ramsey μέσα από το Game of Thrones, όπου υποδυόταν τη Lyanna Mormont. Όταν είδε την audition της, εντυπωσιάστηκε τόσο ώστε φοβήθηκε μήπως οι υπόλοιποι συντελεστές δεν αντιληφθούν αυτό που είχε δει ο ίδιος. Τελικά, ο Druckmann συμφώνησε μαζί του. Η επιλογή της δεν ήταν μια τυχαία απόφαση ούτε αποτέλεσμα μιας προσπάθειας να αντιγραφεί η εξωτερική εμφάνιση της Ellie από το παιχνίδι.

Αξίζει, πάντως, να ξεκαθαρίσουμε κάτι σχετικά με τις εναλλακτικές επιλογές. Ονόματα όπως η Kaitlyn Dever και η Maisie Williams είχαν συνδεθεί με fan casting και συζητήσεις γύρω από την Ellie πριν από την ανακοίνωση της σειράς. Δεν υπάρχει, όμως, αξιόπιστα τεκμηριωμένη επίσημη τριάδα φιναλίστ που να επιτρέπει να τις παρουσιάσουμε ως τις τρεις ηθοποιούς που έφτασαν στο τελικό στάδιο αντί της Ramsey. Η Dever, μάλιστα, επιλέχθηκε αργότερα για τον ρόλο της Abby στη δεύτερη σεζόν. Είναι μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια που δείχνει πόσο διαφορετικά μπορεί να εξελιχθεί το casting μιας παραγωγής από τις αρχικές προσδοκίες του κοινού.

Ο HUGH JACKMAN, Ο PEDRO PASCAL ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΤΟΥ CASTING

Αν η επιλογή της Ellie αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη συζήτηση ανάμεσα στους fans, ο Joel ήταν ένα διαφορετικό κεφάλαιο. Ο Hugh Jackman ήταν ένα από τα ονόματα που επανέρχονταν συχνά στις συζητήσεις των παικτών, κυρίως λόγω της ερμηνείας του στο Logan. Εκεί είχε ήδη αποδείξει πως μπορούσε να ενσαρκώσει έναν κουρασμένο, βίαιο και συναισθηματικά τραυματισμένο άνδρα, ο οποίος αναγκάζεται να προστατεύσει ένα νεαρό κορίτσι σε έναν εχθρικό κόσμο.

Η ομοιότητα της βασικής δυναμικής των δύο ιστοριών έκανε το fancast σχεδόν αυτονόητο. Ένας σκληρός άνδρας, ένα παιδί που αλλάζει τη ζωή του και μια αποστολή που μετατρέπεται σε συναισθηματικό δεσμό. Ο Jackman θα μπορούσε να δώσει στον Joel μια πιο επιβλητική, σωματική παρουσία, ενώ η εμπειρία του σε χαρακτήρες που κρύβουν βαθιά θλίψη πίσω από την επιθετικότητα θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη.

Στις συζητήσεις των fans εμφανίζονταν επίσης ο Nikolaj Coster-Waldau, γνωστός από το Game of Thrones, και ο Josh Brolin. Και οι δύο διαθέτουν τη σκληρότητα και τη φυσιογνωμία που πολλοί συνέδεαν με τον Joel του παιχνιδιού. Πρόκειται, ωστόσο, για υποθετικές επιλογές του κοινού και όχι για επιβεβαιωμένη λίστα ηθοποιών που διεκδίκησαν επίσημα τον ρόλο.

Ο Pedro Pascal αποδείχθηκε μια διαφορετική, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα επιλογή. Δεν προσπάθησε να αναπαράγει μηχανικά τον Joel του παιχνιδιού. Έδωσε έμφαση στη συναισθηματική εξάντληση, στην εσωτερική ένταση και στη δυσκολία ενός ανθρώπου που φοβάται να δεθεί ξανά με κάποιον. Η σχέση του με την Ellie δεν στηρίζεται μόνο στην προστατευτικότητα ή στη δύναμη. Στηρίζεται κυρίως στον φόβο πως, αν αγαπήσει ξανά, θα χάσει ξανά.

Αυτός είναι και ο λόγος που η σκηνή με τη Sarah παραμένει τόσο σημαντική για ολόκληρη τη σεζόν. Ο Joel δεν κουβαλά απλώς αναμνήσεις από το παρελθόν. Προσπαθεί να αποφύγει κάθε πιθανότητα να ξαναζήσει την ίδια απώλεια. Η Ellie δεν αντικαθιστά τη Sarah. Του προσφέρει, όμως, μια δεύτερη ευκαιρία να γίνει ο άνθρωπος που ήταν πριν από την καταστροφή.

ΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΤΟΥ BILL ΚΑΙ ΤΟΥ FRANK — ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

Αν έπρεπε να ξεχωρίσω ένα επεισόδιο που απέδειξε πως η σειρά μπορούσε να ξεφύγει από τα όρια μιας συμβατικής μεταφοράς βιντεοπαιχνιδιού, αυτό θα ήταν το «Long, Long Time». Η τρίτη αυτή ιστορία απομακρύνεται προσωρινά από τον Joel και την Ellie για να αφηγηθεί τη ζωή του Bill και του Frank, δύο ανθρώπων που συναντιούνται μετά την κατάρρευση του πολιτισμού και δημιουργούν μια κοινή ζωή μέσα σε έναν κόσμο που έχει χάσει σχεδόν κάθε ίχνος ανθρωπιάς.

Ο Nick Offerman, γνωστός κυρίως για τον κωμικό του ρόλο στο Parks and Recreation, παραδίδει μία από τις πιο απρόσμενες ερμηνείες της καριέρας του. Ο Bill του δεν είναι απλώς ένας καχύποπτος επιζών που έχει γεμίσει την πόλη του με παγίδες. Είναι ένας άνθρωπος που έχει οργανώσει ολόκληρη την ύπαρξή του γύρω από την ιδέα ότι δεν χρειάζεται κανέναν. Ο Murray Bartlett, ως Frank, λειτουργεί ως η αντίθετη δύναμη: ένας άνθρωπος που εξακολουθεί να αναζητά ομορφιά, επικοινωνία και ανθρώπινη επαφή.

Η σχέση τους εξελίσσεται μέσα από μικρές καθημερινές στιγμές, από ένα γεύμα και μια συζήτηση μέχρι τη μουσική που γίνεται η αφορμή για να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον. Η σκηνή στο πιάνο, με το «Long, Long Time» της Linda Ronstadt, είναι ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο η σειρά χρησιμοποιεί τη μουσική. Δεν προσπαθεί να δημιουργήσει μια μεγάλη κινηματογραφική στιγμή με εντυπωσιακά εφέ. Αφήνει δύο ανθρώπους να ανακαλύψουν πως, ακόμη και μετά το τέλος του κόσμου όπως τον γνώριζαν, μπορούν να βρουν κάτι που αξίζει να προστατεύσουν.

Η ιστορία του Bill και του Frank διαφέρει ουσιαστικά από το παιχνίδι. Εκεί, ο Frank δεν εμφανίζεται ζωντανός δίπλα στον Bill, ενώ η σχέση τους αποκαλύπτεται μέσα από ίχνη του παρελθόντος και ένα πικρό σημείωμα. Η τηλεοπτική μεταφορά επιλέγει να μας δείξει την κοινή τους ζωή, από την πρώτη συνάντηση μέχρι το τέλος της. Αυτή η αλλαγή δεν είναι απλώς μια προσθήκη στο αρχικό υλικό. Είναι μια νέα ανάγνωση του ίδιου κόσμου, η οποία δίνει μεγαλύτερο βάθος σε δύο χαρακτήρες που στο παιχνίδι λειτουργούσαν κυρίως ως μέρος της διαδρομής του Joel και της Ellie.

Το επεισόδιο απέσπασε ιδιαίτερα θετικές αντιδράσεις και θεωρήθηκε από πολλούς κριτικούς ένα από τα σημαντικότερα τηλεοπτικά επεισόδια της χρονιάς. Προσωπικά, το θεωρώ χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς μια διασκευή μπορεί να προσθέσει κάτι ουσιαστικό στο αρχικό έργο χωρίς να ακυρώνει την ταυτότητά του. Η αποκάλυψη δεν εξαφανίζει την αγάπη. Την κάνει πιο πολύτιμη.

Και υπάρχει ένας ακόμη λόγος που η ιστορία τους λειτουργεί τόσο καλά. Ο Bill και ο Frank δεν σώζουν τον κόσμο. Δεν ανακαλύπτουν τη θεραπεία ούτε αλλάζουν την πορεία της ανθρωπότητας. Καταφέρνουν κάτι πολύ πιο προσωπικό: να δημιουργήσουν μια ζωή που αξίζει να τη ζήσουν, ακόμη και όταν όλα γύρω τους έχουν καταρρεύσει.

HENRY ΚΑΙ SAM — Η ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΘΥΣΙΑΣ

Η ιστορία του Henry και του Sam είναι μία από τις πιο σκληρές δοκιμασίες της πρώτης σεζόν. Ο Henry προσπαθεί να προστατεύσει τον μικρότερο αδελφό του σε έναν κόσμο όπου η αγάπη ενός ανθρώπου δεν αρκεί πάντα για να τον σώσει. Η συνάντησή τους με τον Joel και την Ellie δημιουργεί μια προσωρινή αίσθηση ασφάλειας, ενώ η σχέση των δύο παιδιών προσφέρει στην Ellie την ευκαιρία να συνδεθεί με κάποιον που καταλαβαίνει την ανάγκη της για συντροφιά.

Ο Lamar Johnson και ο Keivonn Woodard αποδίδουν με ευαισθησία δύο χαρακτήρες που βρίσκονται σε διαφορετικές θέσεις απέναντι στον κίνδυνο. Ο Henry είναι αναγκασμένος να παίρνει αποφάσεις που τον στοιχειώνουν, ενώ ο Sam εξακολουθεί να έχει την αθωότητα ενός παιδιού που δεν έχει προλάβει να καταλάβει πλήρως τον κόσμο στον οποίο ζει. Η χρήση της νοηματικής γλώσσας στην επικοινωνία του Sam προσθέτει μια διαφορετική διάσταση στη σχέση του με τον αδελφό του και με την Ellie.

Το τέλος της ιστορίας τους είναι από τις στιγμές που δύσκολα ξεχνάς. Η Ellie προσπαθεί να πιστέψει πως η ανοσία της μπορεί να προστατεύσει τον Sam, όμως η πραγματικότητα αποδεικνύεται αμείλικτη. Όταν εκείνος μετατρέπεται σε μολυσμένο και ο Henry αναγκάζεται να τον πυροβολήσει, η τραγωδία ολοκληρώνεται με μια δεύτερη, εξίσου καταστροφική πράξη: ο Henry δεν μπορεί να αντέξει αυτό που μόλις συνέβη και στρέφει το όπλο στον εαυτό του.

Για τον Joel και την Ellie, αυτή η απώλεια λειτουργεί ως μια ακόμη υπενθύμιση ότι η επιβίωση δεν είναι το ίδιο πράγμα με τη ζωή. Μπορείς να προστατεύσεις κάποιον για χρόνια και να τον χάσεις μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Μπορείς να κάνεις τα πάντα σωστά και πάλι να αποτύχεις. Είναι ένα από τα πιο σκληρά μαθήματα της σειράς, καθώς δεν προσφέρει εύκολη παρηγοριά ούτε μετατρέπει την τραγωδία σε μια απλή αφορμή για να προχωρήσει η πλοκή.

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΑΥΜΑ ΤΗΣ ELLIE

Το «Left Behind» αποτελεί μια σημαντική στάση στην πορεία της Ellie, καθώς μας μεταφέρει στο παρελθόν της και στη σχέση της με τη Riley. Μέσα από την Ashley Johnson, την ηθοποιό που ενσάρκωσε την Ellie στο αρχικό παιχνίδι, η σειρά δημιουργεί έναν ιδιαίτερο δεσμό ανάμεσα στις δύο εκδοχές του χαρακτήρα. Η Johnson εμφανίζεται ως Anna στο φινάλε, όμως η παρουσία της στο «Left Behind» συνδέεται θεματικά με την ιστορία της Ellie και με όσα έχει χάσει.

Η Storm Reid, ως Riley, προσφέρει στην Ellie κάτι που της έλειπε από τη ζωή της: την αίσθηση πως μπορεί να υπάρξει ένας άνθρωπος με τον οποίο θα μοιραστεί στιγμές χαράς, ενθουσιασμού και τρυφερότητας. Η βόλτα στο εγκαταλελειμμένο εμπορικό κέντρο, τα παιχνίδια, η μουσική και η αίσθηση ελευθερίας δημιουργούν μια προσωρινή απόδραση από τον σκληρό κόσμο που τις περιβάλλει.

Αυτό που κάνει την ιστορία τόσο οδυνηρή είναι η αντίθεση ανάμεσα στην αθωότητα αυτών των στιγμών και στην κατάληξή τους. Η Ellie έχει ήδη μάθει πως η απώλεια είναι μέρος της ζωής της. Δεν έχει, όμως, πάψει να ελπίζει πως μπορεί να υπάρξει κάτι διαφορετικό. Η Riley γίνεται ένα από τα πρόσωπα που θα καθορίσουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την αγάπη, την ενοχή και την ευθύνη.

Η ιστορία αυτή φωτίζει επίσης μια σημαντική πλευρά του Joel. Εκείνος βλέπει την Ellie ως ένα παιδί που πρέπει να προστατεύσει, ενώ εμείς καταλαβαίνουμε σταδιακά πως η δική της διαδρομή έχει ήδη διαμορφωθεί από απώλειες που δεν γνωρίζει. Η σχέση τους αποκτά μεγαλύτερο βάθος, καθώς κανείς από τους δύο δεν είναι πραγματικά άθικτος από όσα έχει περάσει.

DAVID — Ο ΕΧΘΡΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΜΟΛΥΝΣΗ

Η εμφάνιση του David, τον οποίο υποδύεται ο Scott Shepherd, αποτελεί ένα από τα πιο σκοτεινά σημεία της σεζόν. Η ομάδα του παρουσιάζεται αρχικά ως μια κοινότητα επιζώντων που προσπαθεί να παραμείνει ενωμένη. Σύντομα, όμως, γίνεται σαφές πως πίσω από τη θρησκευτική ρητορική και την εικόνα του ηγέτη κρύβεται ένας άνθρωπος που χρησιμοποιεί τον φόβο και την εξουσία για να ελέγχει τους άλλους.

Η Ellie βρίσκεται ξανά μόνη της, ενώ ο Joel είναι σοβαρά τραυματισμένος. Για πρώτη φορά, η ανάγκη της να προστατεύσει τον εαυτό της δεν αφορά απλώς την αντιμετώπιση μολυσμένων ή ένοπλων αντιπάλων. Έρχεται αντιμέτωπη με έναν άνθρωπο που αντιλαμβάνεται την ευαλωτότητα ως ευκαιρία εκμετάλλευσης.

Η ερμηνεία της Bella Ramsey σε αυτά τα επεισόδια είναι από τις πιο δυνατές της πρώτης σεζόν. Η Ellie δεν είναι πλέον μόνο το έξυπνο, σαρκαστικό κορίτσι που προσπαθεί να κάνει τον Joel να χαμογελάσει. Είναι ένας χαρακτήρας που αναγκάζεται να υπερασπιστεί τον εαυτό του απέναντι σε μια απειλή η οποία ξεπερνά όσα έχει αντιμετωπίσει μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Η τελική σύγκρουση με τον David είναι βίαιη και συναισθηματικά εξαντλητική. Η Ellie καταφέρνει να ξεφύγει, όμως η εμπειρία την έχει αλλάξει. Ο Joel την βρίσκει έξω από το φλεγόμενο κτίριο και την αγκαλιάζει, αποκαλώντας την «baby girl». Η φράση αυτή, που συνδέεται με τις αναμνήσεις του από τη Sarah, αποκαλύπτει πόσο βαθιά έχει πλέον ενσωματωθεί η Ellie στη ζωή του.

Για μένα, αυτή η στιγμή είναι πιο σημαντική από οποιαδήποτε μάχη της σειράς. Ο Joel δεν βλέπει πλέον απλώς ένα κορίτσι που πρέπει να μεταφέρει στον προορισμό του. Βλέπει έναν άνθρωπο που αγαπά και που δεν θέλει να χάσει.

ΤΟ ΦΙΝΑΛΕ — Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΟΥ Ο JOEL ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΝΤΕΞΕΙ

Προσοχή: spoilers για το τέλος της πρώτης σεζόν.

Όταν ο Joel και η Ellie φτάνουν τελικά στους Fireflies, η αποστολή τους πλησιάζει στην ολοκλήρωσή της. Η Ellie πρόκειται να εξεταστεί, καθώς η ανοσία της μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την ανάπτυξη μιας θεραπείας. Για τον Joel, όμως, η άφιξη στον προορισμό δεν σημαίνει πλέον ότι μπορεί απλώς να παραδώσει το κορίτσι και να συνεχίσει τη ζωή του.

Η συναισθηματική αλλαγή του έχει ήδη ολοκληρωθεί. Η Ellie έχει γίνει η οικογένεια που πίστευε πως δεν θα αποκτούσε ποτέ ξανά. Η προοπτική να τη χάσει ενεργοποιεί τον βαθύτερο φόβο του και τον οδηγεί σε μια απόφαση που θα καθορίσει την ηθική διάσταση ολόκληρης της ιστορίας.

Οι Fireflies διαπιστώνουν πως η διαδικασία που θα μπορούσε να οδηγήσει σε θεραπεία απαιτεί την αφαίρεση του εγκεφάλου της Ellie και θα προκαλέσει τον θάνατό της. Η Marlene, την οποία υποδύεται η Merle Dandridge, θεωρεί πως η θυσία ενός ανθρώπου μπορεί να σώσει αμέτρητες ζωές. Ο Joel δεν αποδέχεται αυτή την επιλογή. Χωρίς να δώσει στην Ellie τη δυνατότητα να αποφασίσει για τη δική της μοίρα, ξεκινά μια αιματηρή επίθεση εναντίον των Fireflies.

Η σκηνή στο νοσοκομείο είναι συγκλονιστική ακριβώς επειδή δεν παρουσιάζει τον Joel ως έναν αδιαμφισβήτητο ήρωα. Σκοτώνει ανθρώπους που πιστεύουν πως προσπαθούν να σώσουν την ανθρωπότητα, φτάνοντας μέχρι τη Marlene, την οποία πυροβολεί για να εξασφαλίσει πως δεν θα μπορέσει να ακολουθήσει την Ellie. Η απόφασή του είναι ταυτόχρονα μια πράξη αγάπης και μια πράξη εγωισμού. Θέλει να σώσει το παιδί που αγαπά, όμως το κάνει αφαιρώντας από εκείνη τη δυνατότητα να επιλέξει και από την ανθρωπότητα μια πιθανή ευκαιρία σωτηρίας.

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι πως δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν οι Fireflies θα κατάφερναν πράγματι να αναπτύξουν μια θεραπεία. Η διαδικασία που σχεδίαζαν ήταν θανατηφόρα για την Ellie, ενώ η επιτυχία της δεν μπορούσε να θεωρηθεί εγγυημένη. Η αβεβαιότητα αυτή κάνει την επιλογή του Joel ακόμη πιο περίπλοκη. Δεν γνωρίζουμε αν έσωσε την Ellie από έναν βέβαιο θάνατο χωρίς αντίκρισμα ή αν κατέστρεψε τη μοναδική πιθανότητα να σωθούν εκατομμύρια άνθρωποι.

Όταν η Ellie ξυπνά, ο Joel της λέει πως οι Fireflies είχαν βρει και άλλους ανοσοποιημένους ανθρώπους και πως εγκατέλειψαν την προσπάθεια ανάπτυξης θεραπείας. Της αποκρύπτει την αλήθεια, επιλέγοντας να χτίσει την επόμενη ημέρα της σχέσης τους πάνω σε ένα ψέμα. Δεν προσπαθεί μόνο να την προστατεύσει από όσα συνέβησαν στο νοσοκομείο. Προσπαθεί να διασφαλίσει πως δεν θα αναγκαστεί ποτέ να αντιμετωπίσει την πιθανότητα ότι ο ίδιος στέρησε από την ανθρωπότητα την τελευταία της ελπίδα.

Η Ellie, ωστόσο, δεν είναι αφελής. Έχει ήδη βιώσει αρκετά ώστε να καταλαβαίνει πως κάτι δεν ταιριάζει στην ιστορία του Joel. Στην τελευταία τους συζήτηση, του ζητά να ορκιστεί πως όσα της είπε για τους Fireflies είναι αλήθεια. Εκείνος το κάνει. Η Ellie απαντά απλώς «Okay».

Αυτό το «Okay» είναι το πραγματικό τέλος της πρώτης σεζόν. Δεν αποτελεί απαραίτητα συγχώρεση ούτε απόδειξη πως η Ellie πιστεύει απόλυτα τον Joel. Είναι μια στιγμή αμφιβολίας, αποδοχής και σιωπής, στην οποία και οι δύο γνωρίζουν πως κάτι έχει αλλάξει ανάμεσά τους. Ο Joel έχει κερδίσει την ευκαιρία να συνεχίσει τη ζωή του μαζί της, όμως η σχέση τους πλέον στηρίζεται σε μια αλήθεια που εκείνος αρνείται να της αποκαλύψει.

ΤΙ ΕΙΠΑΝ ΟΙ ΚΡΙΤΙΚΟΙ — ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΕΣ ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ ΒΙΝΤΕΟΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ

Η πρώτη σεζόν του The Last of Us γνώρισε εξαιρετική υποδοχή από τους επαγγελματίες κριτικούς. Συγκέντρωσε περίπου 96% θετικές κριτικές στο Rotten Tomatoes και βαθμολογία 84/100 στο Metacritic, με την πλειονότητα των κριτικών να αναγνωρίζει πως η σειρά κατάφερε να ξεπεράσει τις συνηθισμένες αδυναμίες των τηλεοπτικών μεταφορών βιντεοπαιχνιδιών.

Η ερμηνεία των Pedro Pascal και Bella Ramsey, η κινηματογραφική αισθητική, η προσεγμένη παραγωγή και η συναισθηματική προσέγγιση του υλικού αποτέλεσαν τα βασικά σημεία επαίνου. Πολλοί κριτικοί τη χαρακτήρισαν μία από τις καλύτερες, αν όχι την καλύτερη, διασκευή βιντεοπαιχνιδιού που είχε παρουσιαστεί μέχρι τότε στην τηλεόραση. Η παρουσία του Neil Druckmann στην ομάδα δημιουργίας θεωρήθηκε σημαντικός παράγοντας για τη διατήρηση της ταυτότητας του αρχικού έργου.

Η σειρά, ωστόσο, δεν απέφυγε την κριτική. Ορισμένοι θεώρησαν πως οι σκηνές δράσης ήταν λιγότερες από όσες θα περίμενε κανείς από μια ιστορία επιβίωσης με μολυσμένους, ενώ άλλοι υποστήριξαν πως ορισμένα επεισόδια επιβράδυναν υπερβολικά τον κεντρικό άξονα της αφήγησης. Υπήρξαν επίσης συζητήσεις γύρω από τις αλλαγές στο αρχικό υλικό, ιδιαίτερα στην ιστορία του Bill και του Frank, καθώς και γύρω από το casting της Ellie.

Η δική μου άποψη είναι πως η σειρά πέτυχε εκεί όπου πολλές άλλες μεταφορές απέτυχαν: κατάλαβε ότι δεν χρειάζεται να αναπαράγει κάθε σκηνή του παιχνιδιού για να παραμείνει πιστή σε αυτό. Το παιχνίδι χρησιμοποιεί τη δράση, την εξερεύνηση και τη συμμετοχή του παίκτη για να αναπτύξει τους χαρακτήρες του. Η τηλεοπτική σειρά διαθέτει διαφορετικά εργαλεία και ορισμένες από τις καλύτερες στιγμές της προκύπτουν ακριβώς επειδή αξιοποιεί αυτά τα εργαλεία αντί να προσπαθεί να μιμηθεί τη διαδραστικότητα.

Από την άλλη πλευρά, η περιορισμένη παρουσία των μολυσμένων σε αρκετά σημεία μπορεί να αφήσει την αίσθηση πως η απειλή τους υποχωρεί υπερβολικά στο παρασκήνιο. Το The Last of Us ενδιαφέρεται περισσότερο για τους ανθρώπους παρά για τα πλάσματα που κυκλοφορούν ανάμεσά τους. Αυτή είναι μια συνειδητή δημιουργική επιλογή, η οποία ενισχύει το δράμα, ενδέχεται όμως να απογοητεύσει όσους περίμεναν μια πιο έντονη σειρά τρόμου και επιβίωσης.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της παραγωγής είναι πως ο Neil Druckmann δεν συμμετείχε απλώς ως σύμβουλος που θα έδινε την έγκρισή του στο τελικό αποτέλεσμα. Συνδημιούργησε τη σειρά μαζί με τον Craig Mazin και συμμετείχε ενεργά στη διαμόρφωση της τηλεοπτικής αφήγησης. Αυτό επέτρεψε στην παραγωγή να επεκτείνει ιστορίες και χαρακτήρες χωρίς να απομακρυνθεί από τον συναισθηματικό πυρήνα του παιχνιδιού.

Η μουσική του Gustavo Santaolalla, του συνθέτη που είχε γράψει το soundtrack του παιχνιδιού, επιστρέφει στη σειρά και συνδέει τις δύο εκδοχές της ιστορίας. Οι γνώριμες μουσικές φράσεις λειτουργούν ως συναισθηματική γέφυρα για όσους είχαν ήδη ζήσει την περιπέτεια στο PlayStation, ενώ παράλληλα δημιουργούν μια ξεχωριστή ατμόσφαιρα για τους νέους θεατές.

Το τρίτο επεισόδιο περιλαμβάνει μια αναφορά στο Mortal Kombat II, το οποίο συνδέεται με τις αναμνήσεις της Ellie και τη σχέση της με τη Riley. Είναι μια μικρή λεπτομέρεια που θυμίζει πως, πριν από την αποκάλυψη, τα παιδιά είχαν τις ίδιες καθημερινές εμμονές και τα ίδια παιχνίδια με τα παιδιά του δικού μας κόσμου. Οι δημιουργοί ενσωμάτωσαν επίσης πολλές οπτικές αναφορές στο αρχικό παιχνίδι, από ρούχα και αντικείμενα μέχρι χαρακτηριστικές σκηνές που οι fans αναγνωρίζουν αμέσως.

Ένα ακόμη ιδιαίτερο στοιχείο είναι η συμμετοχή ηθοποιών από τα ίδια τα παιχνίδια. Ο Troy Baker, η αρχική φωνή του Joel, εμφανίζεται στη σειρά ως James, ενώ η Ashley Johnson, η οποία έδωσε φωνή και κίνηση στην Ellie, υποδύεται την Anna, τη μητέρα της Ellie. Η Merle Dandridge, η οποία είχε ενσαρκώσει τη Marlene στο παιχνίδι, επαναλαμβάνει τον ίδιο ρόλο και στην τηλεοπτική μεταφορά. Έτσι, η σειρά δημιουργεί έναν δεσμό με την αρχική ομάδα ηθοποιών, χωρίς να περιορίζεται στην αναπαραγωγή των ίδιων ερμηνειών.

Τέλος, το φινάλε της πρώτης σεζόν ακολουθεί τον βασικό κορμό της κατάληξης του πρώτου παιχνιδιού, διατηρώντας το ηθικό δίλημμα γύρω από την απόφαση του Joel. Η σειρά δεν προσφέρει μια εύκολη απάντηση για το αν έκανε το σωστό. Αφήνει τον θεατή να αποφασίσει αν η αγάπη δικαιολογεί την πράξη του ή αν η προσωπική του ανάγκη να μη χάσει ξανά κάποιον υπερίσχυσε κάθε άλλης ευθύνης.

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΤΙΤΛΟΥΣ ΤΕΛΟΥΣ

Κοιτάζοντας συνολικά την πρώτη σεζόν, θεωρώ πως το The Last of Us κατάφερε να μεταφέρει στην τηλεόραση ένα από τα πιο δυνατά συναισθηματικά ταξίδια στην ιστορία των βιντεοπαιχνιδιών. Η σειρά δεν στηρίζεται μόνο στην εντυπωσιακή παραγωγή ή στην αναγνωρισιμότητα του τίτλου. Στηρίζεται κυρίως στους χαρακτήρες της και στις αποφάσεις που παίρνουν όταν δεν υπάρχει πλέον κάποιος κανόνας να τους προστατεύσει από τις συνέπειες.

Ο Pedro Pascal με κέρδισε ως Joel, καθώς κατάφερε να αποδώσει έναν άνθρωπο που έχει χάσει σχεδόν τα πάντα και προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του πως δεν έχει απομείνει τίποτα που να αξίζει να αγαπήσει. Η Bella Ramsey, από την άλλη, μου άφησε πιο σύνθετα συναισθήματα. Αναγνωρίζω τις δυνατές ερμηνευτικές της στιγμές και τον τρόπο με τον οποίο απέδωσε την ευαλωτότητα και την οργή της Ellie, εξακολουθώντας να αναρωτιέμαι αν μια διαφορετική επιλογή θα είχε αποδώσει ακόμη καλύτερα τον χαρακτήρα που είχα γνωρίσει στο παιχνίδι.

Αυτό, όμως, δεν αναιρεί τη συνολική επιτυχία της σειράς. Τα επεισόδια του Bill και του Frank, η ιστορία του Henry και του Sam, η αναδρομή στο παρελθόν της Ellie και η τελική απόφαση του Joel δημιουργούν ένα σύνολο που ξεπερνά τα όρια μιας συμβατικής ιστορίας αποκάλυψης. Κάθε χαρακτήρας προσφέρει μια διαφορετική απάντηση στο ερώτημα του τι σημαίνει να παραμένεις άνθρωπος όταν ο κόσμος έχει πάψει να λειτουργεί όπως τον γνώριζες.

Και αυτό που μένει τελικά δεν είναι οι μολυσμένοι, οι πυροβολισμοί ή οι κατεστραμμένες πόλεις. Είναι η εικόνα ενός πατέρα που έχασε το παιδί του, ενός κοριτσιού που δεν γνώρισε ποτέ έναν φυσιολογικό κόσμο και μιας σχέσης που γεννήθηκε μέσα στην ανάγκη, εξελίχθηκε μέσα στον φόβο και έφτασε στο σημείο να αμφισβητήσει την ίδια την ιδέα της σωτηρίας.

Το τέλος της πρώτης σεζόν δεν μας ζητά να αποφασίσουμε αν ο Joel είναι καλός ή κακός άνθρωπος. Μας ζητά να αναρωτηθούμε τι θα κάναμε εμείς αν βρισκόμασταν στη θέση του. Θα θυσιάζαμε έναν άνθρωπο που αγαπάμε για μια πιθανότητα να σωθούν εκατομμύρια άλλοι; Ή θα καταστρέφαμε κάθε ελπίδα για να μη χρειαστεί να βιώσουμε ξανά την ίδια απώλεια;

Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση. Και ίσως αυτός να είναι ο μεγαλύτερος λόγος που το The Last of Us παραμένει τόσο δυνατό.

Γιατί, στο τέλος, η ιστορία δεν αφορά μόνο το τέλος του κόσμου. Αφορά το τι είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε για να κρατήσουμε κοντά μας τους ανθρώπους που μας δίνουν έναν λόγο να συνεχίσουμε.

Και μερικές φορές, η πιο δύσκολη επιβίωση δεν είναι να παραμείνεις ζωντανός. Είναι να ζήσεις με την αλήθεια όσων έκανες για να σώσεις κάποιον που αγαπάς.